Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

ΚΡΑΥΓΗ Τένεσι Ουίλιαμς ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ BLACKBOX Κριτική Άγγελα Μάντζιου.

Κραυγή του Τένεσι Ουίλιαμς  στο Black Box
 Κριτική Άγγελα Μάντζιου

Το έργο «Κραυγή» του  Τένεσι Ουίλλιαμς,  παρακολουθήσαμε στο   Black Box . Έργο για δύο χαρακτήρες  στη σκηνή,   θέατρο και μη θέατρο  για δύο ηθοποιούς στο περιθώριο μιας επαρχιακής  σκηνής .

Έργο εξομολογητικό,  βαθύτατα ψυχογραφικό-ψυχαναλυτικό,  που στο ρυθμό του περιλαμβάνει τη θεατρική σύμβαση ως αφετηρία και τερματισμό  επικοινωνίας. Έργο που καταγράφει την αγωνία του συγγραφέα-  καλλιτέχνη,  να ολοκληρώσει το έργο του, του ηθοποιού,  να αναπαραστήσει τον ρόλο στη σκηνή του  θεάτρου,  του ατόμου,  να αποκαταστήσει  την επικοινωνία και να γνωρίσει την ευτυχία.  Έργο ημιτελές,  ως   θέατρο  εγκιβωτισμένο μέσα  στο θέατρο,  αφού συμπληρώνεται σταδιακά και εκτυλίσσεται σε παλινδρομήσεις, αυτοσχεδιαστικά,   στη  δοκιμασία  της γραφής,  ως μια κατάδυση στο σκοτεινό τοπίο των βιωμάτων,  αγγίζοντας προσωπικά τραύματα. Έργο που αποτυπώνει τον εγκλεισμό-ενταφιασμό  στην σκηνή, στην σκοτεινή αίθουσα  ενός θεάτρου-  σπιτιού, με μιαν απαισιόδοξη προ-οπτική  εξέλιξης . 



Με ελάχιστα αντικείμενα στη σκηνή,  δηλωτικά  του θεάτρου,  φώτα , κουρτίνες, σκάλες, τηλέφωνο, πιάνο  αλλά και άλλα υποδηλωτικά της πραγματικής ζωής,  τα οποία παραπέμπουν στον  κλειστό χώρο ενός δωματίου,  όπως πολυθρόνες,  παράθυρο, πόρτα, κήπος  με ηλιοτρόπια,   αλλά χωρίς τοίχους, η σκηνογραφία του έργου οριοθέτησε εύστοχα τα επίπεδα της δράσης. Έτσι οι  δύο χώροι  θέατρο- δωμάτιο, σκηνή-παρασκήνιο, συγκλίνουν και αποκλίνουν, συντίθενται και αποσυντίθενται  αλληλοδιαδόχως   και εξελίσσουν τη δράση από το θέατρο προς τη ζωή και αντιστρόφως, ως  αναζήτηση και αποκατάσταση της  διαταραγμένης ισορροπίας- επικοινωνίας, του καλλιτέχνη με το κοινό και του ανθρώπου με τον κοινωνικό  του περίγυρο, αλλά και με τον  άλλον ως  καθρέφτη   του  εαυτού του.
Αυτό το σύνθετο σχήμα του  έργου, συμπεριέλαβε και τους θεατές στην εικονογραφία  της παράστασης,  καλώντας τους να δουν  ένα φανταστικό κοινό, το οποίο  επικαλούνται,  οι δύο ηθοποιοί, προκειμένου να παίξουν το έργο τους, το έργο των δύο χαρακτήρων,  σε  σκηνή του επαρχιακού θεάτρου στον αμερικανικό  νότο. Γυρίζοντας την πλάτη στους πραγματικούς θεατές της παράστασης, απευθυνόμενοι  σ’ αυτό το άλλο κοινό,   μετατόπισαν τους άξονες του έργου και έδειξαν  παράλληλα και την παρασκηνιακή αγωνία του ρόλου,  στην   αποδόμηση  του θεάτρου.  Παράλληλα  εξέφρασαν   και τον προσωπικό αγώνα τους  στην  αναζήτησης της αλήθειας,  γυρεύοντας  απάντηση  στο τραυματικό βίωμα,  υπογραμμίζοντας  σε ταυτοφωνία  τη ρεαλιστική συνθήκη της  συγγένειας του αίματος   στο σχήμα παρελθόν-μέλλον,  χρόνος-ανάμνηση, ισορροπία- διαταραχή.  Δοκιμάζοντας την αναμέτρηση με  το φανταστικό  κοινό,  το οποίο στοιχειώνει τη σκέψη τους,   καθώς  και  με  αυτό που  ονοματίζεται ως  κοινωνικός περίγυρος  και περιλαμβάνει  τα πραγματικά πρόσωπα που γνωρίζουν  και οι δύο, τα δύο αυτά πρόσωπα, επαναλαμβάνουν τα λόγια τους με αγωνία.   Τα λόγια τους ακούγονται δραματικά σε αντηχητικό- υποστηρικτικό  μονόλογο,  με μια  παράλογη αίσθηση,  εκφράζοντας  όλους τους φόβους που  δυναστεύουν  το μυαλό   τους .   Έτσι  η σκηνή επεκτείνεται, ανοίγοντας  προς τους θεατές, από το παρασκήνιο,  στο προσκήνιο της πραγματικότητας και από το παρασκήνιο στη σκηνή του θεάτρου. 
Τα λόγια του έργου γράφονται σχεδόν στη στιγμή, ανακαλούνται στην μνήμη ως προειπωμένες φράσεις, υποδηλώνοντας τον συγγραφέα αλλά και τον ηθοποιό-άνθρωπο, που  στην περίπτωση του έργου είναι  δύο αδέρφια τα οποία δοκιμάζουν  σε ελλειπτικούς κύκλους τα λόγια τους. Δηλώνοντας την συγγενική σχέση τους σε μια  εξαρτημένη νοσηρότητα, που επαναλαμβάνει τις φράσεις της ταυτόχρονα και παράλληλα  καθώς προβάρονται τα λόγια  του έργου, αναζητώντας το κοινό τους,  απομονώνονται –ενταφιάζονται  στη σκηνή, όπως έδειξε η σκηνοθετική  σκέψη, ξετυλίγοντας αυτό το ώριμο και σύνθετο έργο του συγγραφέα.
Οι ηθοποιοί της παράστασης, εισήλθαν στη σκηνή  και μας παρέσυραν στη συνθήκη του εγκλωβισμού, της αδυναμίας   και της  μάταιης συνθήκης, πατώντας πάνω στον πολύσημο λόγο του έργου, ως ηθοποιοί και πρόσωπα,  ακροβατώντας στην κόψη της  τρέλλας, ακυρώνοντας την επικοινωνία. Οι φωτισμοί έπεσαν πάνω τους τρομακτικά σκοτεινοί και φώτισαν λοξά  τα κοστούμια των ρόλων τους, αποκαλύπτοντας και την  άλλη διάσταση της παρακμής και της αρρωστημένης ψευδαίσθησης.  Η εγκατάλειψη, η μοναξιά, ο φόβος, η αγωνία, η καταβύθιση στο εφιαλτικό τοπίο των αναμνήσεών  τους,  κοινών  και διαφορετικών ταυτόχρονα, η ματαίωση, το τραυματικό  βίωμα  στο όριο  ζωής και τέχνης, αποδόθηκε με ένταση και μια παραφορά  αποτυπωμένη πολύ καλλιτεχνικά, σε πολλές και ιδιαίτερες  αποχρώσεις φωνών,  κινήσεων, εκφράσεων, σιωπών. Οι ερμηνείες τους ήταν πολύ δυνατές και μελετημένες ως την λεπτομέρεια,  σ’ ένα δύσκολο έργο που το πάλεψαν με το σώμα τους, συνομιλώντας και μονολογώντας, συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον, ισορροπώντας  σε  πολλές θεατρικές φόρμες. Βασισμένοι στην πολύχρονη μελέτη και εμπειρία τους, έδωσαν παλμό και τροπή στον στροβιλισμό του έργου, συντονισμένοι στο πολυεπίπεδο σχήμα του,   υπερέβησαν  με σθένος τη δυσκολία  και ανέδειξαν τα νοήματά του, σ’ έναν στοχασμό  απαισιόδοξης  εγγραφής και φιλοσοφικού χαρακτήρα, με μια αίσθηση κωμικού αυτοσαρκασμού  πολύ ενδιαφέρουσα.
Ο ρόλος και η ανθρώπινη ταυτότητα, η  καλλιτεχνική και η συγγενική ιδιότητα, αποδόθηκαν ως εσωτερική και εξωτερική περιδίνηση αγωνίας, στη σύγκρουση μιας κραυγής, στο σχήμα  της μοναξιάς και της ματαιότητας. Κραυγή,  στο έργο των δύο χαρακτήρων, στο θέατρο και στη ζωή,  που επαναλαμβάνεται ως απόηχος ακύρωσης της επικοινωνίας και  δυσοίωνος  προοιωνισμός,  στο έργο του Τένεσι Ουίλλιαμς.
Ο μοναδικός εχθρός σου,  ο ίδιος σου ο εαυτός...


ΚΡΑΥΓΗ
Συγγραφέας:
Τένεσι Ουίλλιαμς
Μετάφραση : Έλλη Παπακωνσταντίνου – Αθηνά Μαξίμου
Σκηνοθεσία: Έλλη Παπακωνσταντίνου
Σκηνογραφία – Κοστούμια: Τέλης Καρανάνος, Αλεξάνδρα Σιάφκου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Μουσική – Σχεδιασμός ήχου:Τηλέμαχος Μουσάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Νίκος Αναστασόπουλος
Ηθοποιοί:
Φελίς: Αλέκος Συσσοβίτης
Κλαιρ: Μάνια Παπαδημητρίου
Το έργο Out Cry του Τένεσσι Ουίλλιαμς, παίχτηκε για πρώτη φορά στο Hampstead Theater Club του Λονδίνου το 1967 με τον τίτλο «The Two Character Play». Το 1971 ανέβηκε στο Σικάγο μια άλλη εκδοχή του έργου με τον τίτλο «Out  Cry» και με αυτόν τον τίτλο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ν. Υόρκη το 1975. Ο συγγραφέας του, το  χαρακτήριζε ως «το καλύτερο έργο μου μετά το Λεωφορείο ο Πόθος» και χρειάστηκε δέκα χρόνια για να το ολοκληρώσει.

Άγγελα  Μάντζιου

Δεν υπάρχουν σχόλια :