Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

JULIAN BARNES Ο ΑΧΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ βιβλίο κριτική Άγγελα Μάντζιου

JULIAN BARNES

Ο ΑΧΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


«...ποιο όνομα σκόπευαν να δώσουν στο νεογέννητο. Εκείνοι απάντησαν: Γιάροσλαβ. Γιάροσλαβ; Ο παπάς δεν φάνηκε ικανοποιημένος... Και ποιο όνομα προτείνετε εσείς τότε; ρώτησαν. Δώστε του κάποιο συνηθισμένο, είπε ο παπάς... Έτσι λοιπόν έγινε ο Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς.
Τι σημασία είχε ένα όνομα; Αυτός είχε γεννηθεί στην Αγία Πετρούπολη, άρχισε να μεγαλώνει στο Πέτρογκραντ και ενηλικιώθηκε στο Λένινγκραντ. Ή στην Αγία Λενινούπολη, όπως του άρεσε να την αποκαλεί κάποιες φορές.Τι σημασία είχε ένα όνομα;» Σελ. 20
«Το να είσαι Ρώσος σήμαινε να είσαι απαισιόδοξος. Το να είσαι Σοβιετικός σήμαινε να είσαι αισιόδοξος». Σελ. 93
«Ο αχός της εποχής», ένα βιβλίο που αναφέρεται στον συνθέτη Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς  Σοστακόβιτς.Ο συγγραφέας του, επιχειρεί να φωτίσει το πολιτικό-κοινωνικό  περιβάλλον, μέσα στο οποίο έγραψε μουσική ο συνθέτης, καθώς και να υποδείξει τρόπους ανάγνωσης του καλλιτεχνικού έργου, το οποίο παράγεται σε ανελεύθερο καθεστώς, αφήνοντας  ρωγμές  για να φανεί  η αλήθεια της τέχνης, η αξία του καλλιτεχνικού έργου, το βάθος  του  καλλιτέχνη  και η ιδιοσυγκρασία του  στο πλαίσιο μιας εποχής.
«Είπε στον εαυτό του ότι όλα είχαν αρχίσει ακριβώς το πρωί της 28ης Ιανουαρίου του 1936 στο σιδηροδρομικό σταθμό του Αρχάνγκελσκ. Όχι, αποκρίθηκε το μυαλό του, τίποτε δεν αρχίζει έτσι, μια συγκεκριμένη ημερομηνία σε έναν συγκεκριμένο τόπο. Όλα άρχισαν σε πολλά μέρη και διαφορετικούς χρόνους, κάποια μάλιστα προτού καν γεννηθείς, σε ξένες χώρες και στα μυαλά άλλων ανθρώπων.
Και μετά, οτιδήποτε κι αν συμβεί, το ίδιο θα ισχύει, θα γίνεται αλλού και στο μυαλό άλλων ανθρώπων». Σελ. 18
Το βιβλίο διαρθρωμένο σε τρία μέρη, ( ΕΝΑ Στο πλατύσκαλο, ΔΥΟ Στο αεροπλάνο, ΤΡΙΑ Στο αυτοκίνητο), αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο, τη ζωήτου Ντμίτρι Σοστακόβιτς, καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιούργησε το έργο του. Ο συγγραφέας του, εστιάζει στο πολιτικό σκηνικό και στον κλοιό γύρω από τον καλλιτέχνη.  Κλοιό που επιδιώκει τη φίμωση,τον αφανισμό και  την εξόντωσή του ή την προβολή και την χρησιμοποίησή του για κομματικούς λόγους και ανάλογα με τις περιστάσεις της επίσημης, προπαγανδιστικής γραμμής.
ΈΝΑ ΠΡΑΓΜΑ ΗΞΕΡΕ ΜΟΝΟ:Τούτη ήταν η χειρότερη εποχή...Τότε έκανε στον εαυτό του μια ερώτηση, που είχε ως εξής:
 Ο Λένιν θεωρούσε τη μουσική καταθλιπτική.
Ο Στάλιν νόμιζε ότι καταλάβαινε και εκτιμούσε τη μουσική.
Ο Χρουστσόφ περιφρονούσε τη μουσική.
 Τι είναι χειρότερο για τον συνθέτη;». Σελ. 147

«Ένας να ακούει
Ένας να θυμάται
Κι ένας να πίνει»
ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Με μία λαϊκή παροιμία-παράδοση ξεκινάει η αφήγηση και σε έναν σταθμό τραίνου, όταν δύο άτομα συναντούν στην αποβάθρα έναν ζητιάνο και μοιράζονται μαζί του τη βότκα τους. Όταν τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους,  ο ένας από τους τρεις ακούει  μια «Τριπλή συνήχηση». Σελ. 226
«... Αυτός που άκουγε ήταν ένας λεπτός νευρικός τύπος με ματογυάλια. Το όνομα του συνταξιδιώτη του έχει χαθεί στην ιστορία, παρόλο που ήταν εκείνος που θυμόταν...Κεφάτοι στίχοι για τον βιασμό μιας χωρικής έφταναν στα αυτιά τους από χαμηλά. Ο τραγουδιστής σταμάτησε κι έκανε μια χειρονομία ότι θέλει να φάει.Ο διοπτροφόρος άντρας ανταποκρίθηκε υψώνοντας προς το μέρος του ένα μπουκάλι με βότκα-αχρείαστη κίνηση ευγένειας.Πότε αρνήθηκε ζητιάνος τη βότκα;...Έτσι  βρέθηκαν τρεις  μαζί, ο παραδοσιακός αριθμός συμποτών  της βότκας...Καθώς τσούγκριζαν τα ποτήρια, ο νευρικός τύπος έγειρε  το κεφάλι του στο πλάι-ο ήλιος του πρωϊνού  άστραψε για μια στιγμή στα ματογυάλια του-και έκανε ψιθυριστά ένα σχόλιο...Μέχρι να καθήσουν οι δυο άντρες στις θέσεις τους, αυτός που άκουγε είχε σχεδόν ξεχάσει τι είχε πει. Εκείνος όμως που θυμόταν βρισκόταν μόλις στην αρχή των αναμνήσεών του».  Σελ.10-11
«Αυτό ήταν που είχε θυμηθεί εκείνος που θυμόταν. Δεν πα να υπήρχε πόλεμος, φτώχεια, τύφος βρομιά, μέσα σε όλα τούτα και πάνω και πέρα από όλα τούτα ο Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς είχε ακούσει μια τέλεια τριπλή συνήχηση...ήταν ένας ήχος που ξεχώρισε μέσα στον αχό της εποχής και θα έμενε ζωντανός περισσότερο από όλους και όλα.Ίσως αυτό να ήταν το μόνο που είχε, τελικά, σημασία». Σελ.226-227
Η φράση «ο αχός της εποχής», επαναλαμβάνεται στην εξέλιξη της αφήγησης,  που  είναι διακοπτόμενη από το παρόν στο παρελθόν και σε κάποια σημεία υφίσταται ταυτόχρονα και παράλληλα ως βίωμα, γεγονός και ανάμνηση. Με  μια ειρωνική ματιά,η οποία αντανακλάται στο παρόν, καταγράφονται πολλές σκέψεις του ήρωα της ιστορίας.Η ζωή και η τέχνη συμπλέκονται σε ποικίλες αναφορές παραλογισμού και αμφισημίας, όπως αναδύεται άμεσα από τους  αναπαραστατικούς  διαλόγους,  με τη γραφειοκρατική επίμονη τυπολατρεία,όπλο στην υπηρεσία της εξουσίας.Συνθέτες, μουσικοί , συγγραφείς, ποιητές και ποιήματα προβάλλουν σε ένα σκηνικό άλλων εποχών,  που εξελίσσεται  καθώς τα μέσα μεταφοράς , ανοίγοντας κύκλους θέασης των πραγμάτων. Κριτικές, άρθρα, μουσικά έργα και αισθητικές φόρμες, αντιλήψεις για την τέχνη και τον ρόλο της, επιστρατεύονται στο όνομα της συμμόρφωσης  της τέχνης στις κυρίαρχες  κομματικές αντιλήψεις.
Η εσωτερική πάλη, οι συγκρούσεις, η αντίδραση στον φόβο, οι υποχωρήσεις, ο εξευτελισμός, προβάλλουν αδρά μέσα από την μυθιστορηματική αυτή  αναδιήγηση, που εστιάζει στο καλλιτεχνικό έργο και στην αξία του, στην ανθρώπινη φύση και στη θηριωδία των εξουσιαστικών μηχανισμών,  φωτίζοντας τις συνθήκες ζωής του ρώσου συνθέτη. Υπό το πρίσμα του φόβου υπογραμμίζεται η προσωπική του αντίδραση, η  άμυνα και η τακτική, ο εστιασμός στην οικογενειακή ζωή και στη χαρά της δημιουργίας, η ειρωνεία ως αντίδραση και η απάθεια, σε μια μυθιστορηματική αναπαράσταση.
«Και κάπου μέσα σου πιστεύεις πώς όσο καιρό μπορείς να στηρίζεσαι στην ειρωνεία τόσο θα είσαι σε θέση να επιβιώνεις... Στο τέλος  συνειδητοποίησε ότι και η ειρωνεία είναι εξίσου ευάλωτη στα ατυχήματα που φέρνουν η ζωή και ο χρόνος, όπως κάθε αίσθηση». Σελ. 219-220
«Φαντάστηκε την Γκάλια να βγαίνει στα δεκαέξι της από ένα ορφανοτροφείο στη Σιβηρία, πιστεύοντας ότι οι γονείς της την είχαν εγκαταλείψει άσπλαχνα και αγνοώντας ότι ο πατέρας της είχε γράψει έστω  και μία νότα μουσικής». Σελ. 65
 Το βιβλίο κινείται-μέσα από το παράδειγμα του Σοστακόβιτς-σε έναν  ευρύτερο στοχασμό που θέτει διαχρονικά ερωτήματα ως προς την ελευθερία  της καλλιτεχνικής έκφρασης και  τους φραγμούς  του  εκάστοτε καθεστώτος. Προβληματισμός για την εξουσία και την τέχνη, τις επιβαλλόμενες απόψεις, την αντίδραση και τη δράση,  την απόρριψη και την κριτική, την ελευθερία της έκφρασης και του τύπου, την ερμηνεία ενός έργου, την αποδοχή, τις επιλογές και τις αξίες  αλλά και  για  την ατομική στάση του καλλιτέχνη απέναντι στο καθεστώς, τον φόβο και την ψυχολογία ενός ανθρώπου σε καθεστώς ανελευθερίας. Παράλληλα το βιβλίο το διατρέχουν  σκέψεις  και ερωτήματα, που συναντούν  διαφορετικές   μορφές τέχνης  αλλά και  καλλιτέχνες, καθώς γίνεται αναφορά στο έργο τους, πέρα από τα γεωγραφικά όρια και τους χρονικούς περιορισμούς.
«Ας έχει η εξουσία τα λόγια που θέλει, αφού τα λόγια δεν κηλιδώνουν τη μουσική. Η μουσική δραπετεύει από τις λέξεις-αυτός είναι ο σκοπός της και το μεγαλείο της». Σελ. 77
«Ποιος μπορεί, επομένως, να αρνηθεί ότι η ορχήστρα είναι μικρογραφία  της κοινωνίας;» Σελ. 108
«Τώρα που είχε δει πολλά περισσότερα από τη ζωή και τον είχε ξεκουφάνει ο αχός της εποχής, σκέφτηκε ότι ήταν πολύ πιθανό ο Σαίξπηρ να είχε δίκιο, να ήταν ειλικρινής, μόνο όμως όσον αφορά τη δική του εποχή. Όταν ο κόσμος ήταν νεότερος, όταν μαγεία και θρησκεία ασκούσαν μεγάλη επιρροή, ήταν αρκετά αληθοφανές να έχουν συνείδηση τα τέρατα. Όχι πια. Ο κόσμος εξελίχθηκε, έγινε πιο επιστημονικός, πιο πρακτικός και οι παλιές δεισιδαιμονίες ασκούν λιγότερη επιρροή». Σελ. 207-208
«Του άρεσαν τα ρολόγια που σημαίνουν τις ώρες. Είχε κάμποσα, και φανταζόταν με ευχαρίστηση ένα σπιτικό όπου όλα τα ρολόγια θα σήμαιναν μαζί, και όταν η ώρα πήγαινε ακριβώς θα ξεσπούσε ένα υπέροχο μείγμα ήχων, μια  οικιακή εκδοχή εσωτερικού χώρου αυτού που πρέπει  να γινόταν στις παλιές πόλεις και κωμοπόλεις της Ρωσίας  όταν χτυπούσαν  όλες οι καμπάνες των εκκλησιών μαζί. Αν υποθέσουμε ότι χτυπούσαν όλες μαζί. Γιατί είναι πιθανό, αφού εδώ ήταν Ρωσία, άλλες να σήμαιναν πρόωρα κι άλλες καθυστερημένα». Σελ. 202-203
«...γιατί σε τελική ανάλυση η μουσική ανήκει στη μουσική. Αυτό ήταν το περισσότερο που μπορούσε να πει ή να ευχηθεί κανείς». Σελ.225
« Η τέχνη ανήκει σε κάθε εποχή και σε καμία». Σελ.119
«Η ταπεινή ευχή του για το μέλλον ήταν να εξακολουθήσει το τραγούδι «Τα χρυσάνθεμα του κήπου από καιρό μαράθηκαν» να κάνει τους άντρες να κλαίνε, όσο άσχημα κι αν ακούγεται από τα μεγάφωνα με τα παράσιτα του ενισχυτή κάποιου φτηνού καφενείου, ενώ λίγο παρακάτω στον ίδιο δρόμο ένα άλλο ακροατήριο θα συγκινείται σιωπηλά από κάποιο δικό του κουαρτέτο εγχόρδων. Και κάποια όχι πολύ μακρινή μέρα αυτά τα δύο ακροατήρια να συμπέσουν και να αναμειχθούν». Σελ.224
Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975)
«Η Τέχνη είναι ο ψίθυρος της ιστορίας, που ακούγεται πάνω από τον αχό της εποχής».Σελ. 120
JULIANBARNES
ΒΡΑΒΕΙΟBOOKER 2011
ΟΑΧΟΣΤΗΣΕΠΟΧΗΣ
Μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Άγγελα Μάντζιου

Δεν υπάρχουν σχόλια :