Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

18ο ΦΝΘ-ΠΕΜΠΤΗ 17/3: ΟΙ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥΣ

“33,333 Η Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη” Μένιος Καραγιάννης
“Στο μυαλό μας έχουμε την Οδύσσεια και την Ιθάκη σαν ένα προορισμό όπου κάποιος φτάνει. Ο Καζαντζάκης έχει μια διαφορετική στάση: η Οδύσσεια δεν τελειώνει ποτέ.”

“Επόμενος σταθμός: Ουτοπία” Απόστολος Καρακάσης
“Η ταινία εστιάζει στη μεταβολή των συνειδήσεων των εργατών που οδηγούνται στην ουτοπία, όχι από εφηβικό ρομαντισμό, αλλά επειδή δεν υπάρχει άλλη ελπίδα.”

“Σιωπηλός μάρτυρας” Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος
“Η σεναριακή προσέγγιση ήταν να μιλήσει το κτήριο, ο σιωπηλός μάρτυρας, μέσα από 7 διαφορετικούς χαρακτήρες.”

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ 
ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ: ΟΥΤΟΠΙΑ / ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ / 
33.333 Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


Συνέντευξη Τύπου παραχώρησαν την Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, οι σκηνοθέτες Απόστολος Καρακάσης (Επόμενος σταθμός: Ουτοπία), Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος (Σιωπηλός μάρτυρας) και Μένιος Καραγιάννης (33.333 Η Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη).

Ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του Νίκου Καζαντζάκη, η «Οδύσσεια», προσέλκυσε το ενδιαφέρον του Μένιου Καραγιάννη, ο οποίος ακολούθησε στην έρευνά του μία ιδιαίτερη διαδρομή από την Αθήνα και την Κρήτη ως τη Σουηδία και την Αμερική. Μιλώντας για το ντοκιμαντέρ του 33.333 Η Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη, ο σκηνοθέτης εξήγησε: «Δύο πράγματα συνέβαλαν ώστε να κάνω την ταινία. Το ένα ήταν το γεγονός ότι ένα τόσο σπουδαίο έργο είναι άγνωστο κι αυτό ήταν κάτι που με προκάλεσε. Το δεύτερο ήταν ότι πληροφορήθηκα ότι ένας ηλικιωμένος στη Σουηδία έμαθε ελληνικά και μετέφρασε την ‘’Οδύσσεια’’ στη γλώσσα του, τη στιγμή που ελάχιστοι αποφασίζουν να ασχοληθούν με ένα τέτοιο έργο». Η αναμέτρηση του Καζαντζάκη με το ομηρικό έπος είχε τεράστιο ενδιαφέρον για τον σκηνοθέτη. «Στο μυαλό μας έχουμε την Οδύσσεια και την Ιθάκη ως προορισμό όπου τελειώνει το ταξίδι. Ο Καζαντζάκης παίρνει διαφορετική θέση. Λέει ότι η Οδύσσεια  του καθενός μας δεν τελειώνει ποτέ. Παίρνει τον Οδυσσέα και τον στέλνει σε νέες περιπέτειες οδηγώντας στον σε μία διαδρομή πνευματικής και πολιτιστικής αναζήτησης για να τον φέρει στο τέλος να αναμετριέται με τον θάνατο. Είναι ένα δύσκολο ταξίδι, ένα ταξίδι ζωής», είπε ο κ. Καραγιάννης. Σχετικά με το νόημα που αποκτούν τα λόγια του Καζαντζάκη στη σημερινή συγκυρία, ο σκηνοθέτης παρατήρησε: «Τη θέση του συγγραφέα ότι η Οδύσσεια δεν τελειώνει ποτέ υποδηλώνει και ο αριθμός 33.333 των στίχων του έργου, ένας άρρητος αριθμός. Αυτό που ζούμε σήμερα θέτει ξανά το ερώτημα κατά πόσο μπορούμε να κρατήσουμε την ανθρωπιά μας, να ξεπεράσουμε τα ατομικά μας συμφέροντα και να συμπάσχουμε με τον συνάνθρωπο». Όσο για τους λόγους για τους οποίους ο ηλικιωμένος Σουηδός αποφάσισε να μεταφράσει το έργο, ο κ. Καραγιάννης εξήγησε: «Κάποια στιγμή ο Γκόντφριντ μου είπε: ‘’βγαίνοντας στη σύνταξη στα 65 θεωρώ ότι τώρα ξεκινάει η Οδύσσεια της ζωής μου, η πραγματική μου ζωή. Από δω και πέρα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω’’. Το πρώτο πράγμα που έκανε λοιπόν είναι ότι. ενώ μέχρι τότε ήταν καθηγητής, ξαναγράφτηκε στο πανεπιστήμιο ως φοιτητής κι έμαθε ελληνικά. Κι επειδή ξέρω πολύ καλά σουηδικά διαπιστώνω ότι είναι καταπληκτική η μετάφρασή του, έχει κρατήσει ακόμη και το μέτρο. Εντέλει, κατάλαβα ότι διαβάζοντας την ‘’Οδύσσεια’’ σε ξένη γλώσσα διαβάζεις την ιστορία κι αυτό είναι πιο απλό, ενώ στα ελληνικά μπαίνεις στην ίδια την περιπέτεια της γλώσσας. Σαν να τρέχεις σε χωράφι με αγκάθια και κάθε λέξη πρέπει να την ανακαλύψεις». 

Στο ντοκιμαντέρ Επόμενος σταθμός: Ουτοπία, ο Απόστολος Καρακάσης καταγράφει την περιπέτεια της αυτοδιαχείρισης του εργοστασίου της  ΒΙΟ.ΜΕ. στη Θεσσαλονίκη. Ο σκηνοθέτης εξήγησε σχετικά: «Αρχίσαμε να καταγράφουμε την ιστορία μία – δύο μέρες πριν από την κατάληψη και συνεχίσαμε να την παρακολουθούμε στενά για ενάμιση χρόνο και σποραδικά για άλλο ένα. Επί 2,5 χρόνια μείναμε μαζί με τους εργάτες και κάναμε τα γυρίσματα». Το μοντέλο της αυτοδιαχείρισης είναι ελάχιστα διαδεδομένο στην Ελλάδα. «Στην Αργεντινή υπάρχουν 350 τέτοιες επιχειρήσεις, όπου απασχολούνται 16.000 άνθρωποι. Στην Ελλάδα υπάρχει μόλις ενάμιση εργοστάσιο. Σήμερα το πρωί μάλιστα έμαθα ότι τους έκοψαν το ρεύμα», είπε ο κ. Καρακάσης και πρόσθεσε: «Δεν με ενδιέφερε να κάνω μία ενημερωτική ταινία, να δώσω έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών. Η ταινία εστιάζει στις μεταβολές της συνείδησης των ανθρώπων αυτών, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι γύρω στα 50 και ξαφνικά βρίσκονται μετέωροι. Από ανάγκη οδηγούνται στην ουτοπία, όχι από ρομαντισμό. Δεν έχουν καμία ελπίδα και το μόνο που τους φαίνεται λογικό είναι να ονειρευτούν έναν κόσμο χωρίς κεντρική εξουσία, βασισμένο στην αλληλεγγύη». Στην ταινία αποτυπώνεται αντιστικτικά και η αντίθετη πλευρά, αυτή της πρώην εργοδοσίας. «Στον μικρόκοσμο των ανθρώπων της ΒΙΟ.ΜΕ. συνυπάρχουν διαφορετικές ιδέες, νοοτροπίες και αντοχές, στοιχεία που βλέπουμε στην πορεία. Οι άνθρωποι αυτοί αντικατοπτρίζουν την κοινωνία ευρύτερα και στο δείγμα αυτό του κοινωνικού μωσαϊκού ήθελα και κάποιον από την αστική τάξη, γι’ αυτό εμπλέκεται στην ταινία και η πρώην διευθύντρια του εργοστασίου», εξήγησε ο σκηνοθέτης. Σχετικά με τις προσδοκίες των εργαζόμενων στη ΒΙΟ.ΜΕ. από την ταινία, ο κ. Καρακάσης επισήμανε: «Σίγουρα υπάρχει ένα δούναι και λαβείν. Όταν ζητάς την εμπιστοσύνη κάποιων ανθρώπων, οφείλεις να είσαι καθαρός και ειλικρινής. Από την αρχή τους είπα την άποψή μου ότι αυτό που κάνουν είναι ένας μαραθώνιος και κάποια στιγμή θα χτυπήσουν τοίχο. Σήμερα που τους έκοψαν το ρεύμα, κάποιοι θα ήθελαν ίσως να πω δημοσίως ‘’συνδέστε το ρεύμα’’, ενώ κάποιοι άλλοι που αποχώρησαν θα ήθελαν να πω ‘’κλείστε το εργοστάσιο’’. Δεν μπορώ να ανταποκριθώ στις προσδοκίες των συμμετεχόντων, το θέμα είναι να είμαι ειλικρινής απέναντί τους και να μην το μετανιώσουν που στάθηκαν μπροστά στην κάμερα».

Στη γενέτειρα πόλη του, τα Τρίκαλα, ταξίδεψε ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος για να γυρίσει το ντοκιμαντέρ Σιωπηλός μάρτυρας. Πρωταγωνιστής στην ταινία είναι η Φυλακή Τρικάλων, που έκλεισε το 2006 ύστερα από 110 χρόνια λειτουργίας. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης αφηγήθηκε το χρονικό της κινηματογράφησης: «Τα γυρίσματα ξεκίνησαν το 2011, όταν βρέθηκα να ταξιδεύω συνεχώς στα Τρίκαλα για την ταινία μου Ο μανάβης. Η παλιά φυλακή ήταν από τα πιο χαρακτηριστικά και ιστορικά κτίρια της πόλης. Το 2010 ο δήμος Τρικάλων αποφάσισε να αλλάξει χρήση στο κτίριο και σε λίγο καιρό θα εγκαινιαστεί εκεί το  Μουσείο Βασίλης Τσιτσάνης. Σκέφτηκα λοιπόν να κάνω το πορτρέτο αυτού του κτιρίου». Το 2013 και ενώ ο σκηνοθέτης είχε θεωρήσει ότι τα γυρίσματα τέλειωσαν, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν τα ερείπια ενός οθωμανικού λουτρού στα θεμέλια των παλιών φυλακών. Αναφερόμενος στην απρόσμενη αυτή εξέλιξη, ο ίδιος παρατήρησε: «Η σεναριακή προσέγγιση  ήταν να μιλήσει το κτίριο μέσα από τις φωνές επτά χαρακτήρων, πρώην εργαζόμενων ή παλιών κρατουμένων. Καθένας μέσα από τη δική του εμπειρία αποκαλύπτει το παλίμψηστο μνήμης της φυλακής. Το 2013 λοιπόν αποκαλύφθηκε ότι στο ίδιο σημείο βρισκόταν ένα από τα μεγαλύτερα οθωμανικά λουτρά της Ελλάδας, κτίσμα του 16ου αιώνα. Συνεχίσαμε το πρότζεκτ ως μία ταινία πάνω στην διαχείριση της ιστορικής μνήμης. Ένα ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο στην καινούργια πραγματικότητα η μνήμη ενός κτιρίου που ενοχλεί όπως η φυλακή, θα μπορούσε να έχει θέση. Με λύπη μου και απορία διαπίστωσα ότι δεν υπήρξε προσπάθεια να διασωθεί κάτι από τη φυλακή ως μνήμη. Οι εικόνες που έχουμε είναι από ένα κτίριο που δεν υπάρχει πια. Πιστεύω ότι βοηθήσαμε να ξεκινήσει ένας διάλογος - αντίλογος πάνω σε κάτι που μέλλεται να γίνει». Με έναν περίεργο τρόπο, μέσα από την περιπέτεια του κτιρίου αυτού, ο κ. Κουτσιαμπασάκος είδε την Ιστορία να επαναλαμβάνεται: «Το 1896 η Θεσσαλία είχε απελευθερωθεί. Από τα πρώτα δημόσια έργα που χτίστηκαν ήταν μία φυλακή. Για να γίνει το κτίριο αυτό μετατράπηκε το παλιό λουτρό. Αυτό στην ιστορία εκείνης της περιόδου αποσιωπείται. Σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια γίνεται το ίδιο. Είδαν την παλιά φυλακή ως κάτι που πρέπει να εξαλειφθεί και όχι να συνυπάρξει με το νέο μουσείο. Αν μάλιστα αυτό έγινε από άγνοια και όχι από πρόθεση, πιστεύω ότι είναι ακόμη χειρότερο».



“Ο πιο μακρύς δρόμος” Μαριάννα Οικονόμου
“Ο εγκλωβισμός δεν τελειώνει. Ακόμα και όταν βγαίνουν τα παιδιά από τη φυλακή, πάλι είναι εγκλωβισμένα.”
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ 
Ο ΠΙΟ ΜΑΚΡΥΣ ΔΡΟΜΟΣ / ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ / ΝΟΣΤΟΣ
 
Συνέντευξη Τύπου παραχώρησαν την Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, οι σκηνοθέτιδες Μαριάννα Οικονόμου (Ο πιο μακρύς δρόμος), Μάρω Αναστοπούλου (Τα σημάδια του ουρανού) και Σαντρίν Ντουμά (Νόστος).

Η Μάρω Αναστοπούλου πήρε πρώτη το λόγο, μιλώντας για το ντοκιμαντέρ της Τα σημάδια του ουρανού. Όπως ανέφερε, η έμπνευση για την ταινία προέκυψε όταν ταξίδεψε στην Αμοργό το χειμώνα και είδε μια άλλη εικόνα του νησιού, χωρίς επισκέπτες, με άσχημο καιρό και άγρια τοπία. Η αίσθηση αυτή την έκανε να επιστρέψει για να καταγράψει εικόνες της καθημερινότητας του νησιού, την οποία επηρεάζει έντονα ο καιρός. Όπως πρόσθεσε η σκηνοθέτιδα, η ταινία ξεκίνησε από την ικανότητα των νησιωτών να ερμηνεύουν τα σημάδια του καιρού και της φύσης και να προβλέπουν πώς θα εξελιχθεί η χρονιά, όμως δεν καταγράφει μόνο αυτό, αλλά όλη τη ζωή και την καθημερινότητα των κατοίκων, μέσα από ένα αφηγηματικό ύφος παρατήρησης. Σε ερώτηση σχετικά με την παλιότερη και τη νεότερη γενιά του νησιού, η κ. Αναστοπούλου επισήμανε: «Η ταινία ξεκίνησε να γυρίζεται πριν από πέντε χρόνια, όταν η κρίση δεν ήταν εμφανής και έντονη. Στο διάστημα αυτό, είδα ότι οι νέοι προτιμούν να μένουν στο νησί, ασχολούνται με τις παραδόσεις, διατηρούν τα έθιμα και τους ενδιαφέρει να μάθουν, για παράδειγμα, να ερμηνεύουν τα σημάδια του καιρού, όπως κάνουν οι μεγαλύτεροι». Μιλώντας για τα νησιά που το χειμώνα και το καλοκαίρι είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, η σκηνοθέτιδα σημείωσε: «Σίγουρα έβλεπα μια μεγάλη αντίθεση. Παρότι αρχικά αυτό με τράβηξε, δεν ήταν αυτό που ήθελα να καταγράψω. Στην πορεία φάνηκε ότι η καθημερινότητα των νησιωτών το καλοκαίρι είχε μια απόσταση από τον τουρισμό, όχι σκόπιμα, αλλά επειδή οι ντόπιοι ασχολούνταν με τις δικές τους δουλειές, είχαν τη δική τους ζωή». 

Στη συνέχεια, η Μαριάννα Οικονόμου μίλησε για το ντοκιμαντέρ της Ο πιο μακρύς δρόμος, όπου πρωταγωνιστούν δυο ανήλικοι πρόσφυγες από τη Συρία και το Ιράκ οι οποίοι βρίσκονται στην Ελλάδα κατηγορούμενοι για διακίνηση μεταναστών και στέλνονται στο Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων Βόλου. «Ασχολήθηκα με αυτό το θέμα εντελώς κατά τύχη, πριν δυο χρόνια, όταν οι φυλακές ανηλίκων άρχισαν να γεμίζουν από κρατούμενους που είχαν θυματοποιηθεί από τους διακινητές. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η Αστυνομία και το Λιμενικό έχουν αντιληφθεί καλύτερα την κατάσταση και είναι πιο προσεκτικοί απέναντι στους ανήλικους, οι οποίοι δεν οδηγούνται τόσο εύκολα στη φυλακή», είπε η σκηνοθέτιδα. Και πρόσθεσε: «Η ταινία απέκτησε άλλη τροπή με την καταγραφή των τηλεφωνημάτων που έκαναν οι κρατούμενοι στις οικογένειές τους. Η συνομιλία αυτών των παιδιών με τους γονείς τους ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία κι αυτό είναι και όλο το νόημα της ταινίας. Και οι δύο πλευρές είναι εγκλωβισμένες: οι ανήλικοι στη φυλακή και οι οικογένειές τους σε εμπόλεμες χώρες. Ο ένας ζητάει βοήθεια από τον άλλο και επίσης μέσα από αυτή την επικοινωνία εξηγείται το γιατί αυτά τα παιδιά εγκαταλείπουν τις χώρες τους». Όσο για το πού βρίσκονται οι δυο πρωταγωνιστές μετά το ντοκιμαντέρ, η σκηνοθέτιδα σημείωσε ότι ο ένας εκ των δύο κατάφερε μετά από έξι μήνες να πάει στη Γερμανία και είναι καλά - μάλιστα συνεχίζουν να επικοινωνούν-, ενώ ο άλλος διέκοψε κάθε επαφή μετά από τρεις μήνες και εξαφανίστηκε - η σκηνοθέτιδα ελπίζει ωστόσο ότι με κάποιο τρόπο να κατάφερε και αυτός να φτάσει στη Γερμανία. 

Η Σαντρίν Ντουμά στην ταινία της Νόστος ακολουθεί τα βήματα της ζωγράφου Θάλειας Φλωρά – Καραβία και μαζί τα βήματα της δικής της οικογένειας. Αναφερόμενη στο έναυσμα της ταινίας, η γαλλίδα σκηνοθέτιδα είπε: «Η μητέρα μου μού έλεγε ιστορίες για την παιδική ηλικία της, όταν είχε γνωρίσει τη ζωγράφο και αυτές οι αφηγήσεις κίνησαν την περιέργειά μου. Επειδή είμαι και ηθοποιός, η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι η προσωπικότητα της Θάλειας θα ήταν ένας πολύ ενδιαφέρον ρόλος, υπήρχε κάτι πολύ άγριο και ελεύθερο σε αυτή τη γυναίκα. Μετά το θάνατο της μητέρας μου, κατάλαβα ότι υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία δεν είμαι σίγουρη όσον αφορά στη σχέση μου με την Ελλάδα, διότι υπάρχουν πολλά κενά στην οικογενειακή μου ιστορία. Έτσι θέλησα να επανασυνδεθώ με την ελληνική πλευρά της ιστορίας μου και ξαφνικά βιαζόμουν να κάνω αυτή την ταινία». Η σκηνοθέτιδα πρόσθεσε: «Ως Γαλλίδα ήξερα ότι η εικόνα που έχουν οι Γάλλοι για την Ελλάδα περιορίζεται στις παραλίες, την ομηρική ‘’Οδύσσεια’’ και τους πρόσφυγες. Δεν ξέρουν τίποτα για την Ελλάδα κι έτσι μέσα από την ιστορία της Θάλειας θέλησα να δημιουργήσω μια διαφορετική εικόνα για τη χώρα. Αν το ντοκιμαντέρ βοηθήσει έστω και έναν άνθρωπο να αποκτήσει άλλη εικόνα για την Ελλάδα, θα είμαι πολύ χαρούμενη». Όσο για την επιλογή του τίτλου του ντοκιμαντέρ, η κ. Ντουμά υπογράμμισε: «Στις συνεντεύξεις που έκανα για την ταινία, ένας άνδρας στην Αλεξάνδρεια αναφέρθηκε στο νόστο κι έτσι κατάλαβα ότι τόσο η Θάλεια όσο και η μητέρα μου ήταν Ελληνίδες μακριά από την πατρίδα τους. Ο τίτλος αντιστοιχεί στα συναισθήματά μου. Τελικά είμαι ευγνώμων στην ταινία που ανέτρεψε τα σχέδιά μου, προέκυψε ξαφνικά και ήταν μια τόσο δυνατή περιπέτεια».


Wild Women – Gentle Beasts” Anka Schmid
“Ο άνθρωπος ψάχνει πάντα να παλέψει με κάτι που είναι πιο δυνατό από αυτόν.”

In California” Charles Redon
“Η ταινία μου είναι ένα πανανθρώπινο σχόλιο πάνω στον έρωτα.”


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ 
ΜΟΡΙΟΜ / ΣΤΗΝ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ / ΑΓΡΙΑ ΘΗΛΥΚΑ, ΕΥΓΕΝΗ ΘΗΡΙΑ

Συνέντευξη Τύπου παραχώρησαν την Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, οι σκηνοθέτες Μαρκ Ολέξα και Φραντσέσκα Σκαλίσι (Μοριόμ), Σαρλ Ρεντόν (Στην Καλιφόρνια) και Άνκα Σμιντ (Άγρια θηλυκά, ευγενή θηρία). 

Αρχικά  τον λόγο πήρε ο Σαρλ Ρεντόν, ο οποίος στο ντοκιμαντέρ Στην Καλιφόρνια χτίζει ένα πολύ προσωπικό πορτρέτο, της σχέσης του ιδίου με την μπαλαρίνα σύζυγό του. «Από μια σκοπιά είναι ένα σχόλιο πάνω στον έρωτα: συναντάς έναν άνθρωπο, σε συνεπαίρνει, τον ερωτεύεσαι, αλλά στην πορεία ανακαλύπτεις ότι δεν χωρά στο ‘’κουτάκι’’ που ήθελες να τον τοποθετήσεις. Ξεκίνησα με το πάθος μου για την κοπέλα με την οποία ζούσα, με είχε συναρπάσει το σώμα της, η ομορφιά της. Στην πορεία το πάθος μετατράπηκε σε τρόμο απέναντι στο σώμα της και την ίδια, παρότι συνέχισα να την επιθυμώ» είπε ο σκηνοθέτης. Η ταινία, τα γυρίσματα της οποίας έγιναν μέσα σε διάστημα έξι ετών, θίγει ζητήματα όπως το μίσος και η ζήλια, ενώ για τον δημιουργό ήταν μια διαδικασία ίασης. «Με βοήθησε να ξεπεράσω το φόβο μου απέναντι σε εκείνη» είπε χαρακτηριστικά ο κ. Ρεντόν. Ο σκηνοθέτης ρωτήθηκε γιατί αποφάσισε να συνεχίσει το γύρισμα ακόμη και όταν η σχέση τους πέρασε στη φάση του χωρισμού και για το εάν θα είχε άλλη κατάληξη, αν δεν υπήρχε η κάμερα να καταγράφει. «Κάποια στιγμή η κάμερα καταστρέφει τα πάντα. Η γυναίκα μου δεν αντέχει να την κινηματογραφώ, αλλά συνεχίζω ακόμα και χωρίς τη συγκατάθεσή της. Σε κάποιο βαθμό η κάμερα τα κατέστρεψε όλα» παραδέχτηκε ο κ. Ρεντόν. Ο σκηνοθέτης ρωτήθηκε μήπως η ταινία ήταν μια άσκηση μαζοχισμού. «Άρχισα να σκέφτομαι μαζοχιστικά εξαιτίας όσων συνειδητοποιούσα. Ο φόβος για σύντροφό μου, η απέχθεια για ένα αγαπημένο πρόσωπο, όλα αυτά τα συναισθήματα με κατέκλυσαν. Τα κατέγραψα για να τα αγκαλιάσω και να αποδεχτώ τον πόνο λίγο παραπάνω»,, εξήγησε ο δημιουργός. Πλέον ο ίδιος ζει στην Ευρώπη και η σύντροφός του στις ΗΠΑ. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, μετά την ολοκλήρωση της ταινίας η  επιθυμία του να συνεχίσει να κινηματογραφεί τη σχέση του έπαψε να υπάρχει. «Το να μη θέλω να κάνω γυρίσματα μήπως σημαίνει ότι δεν θέλω να μείνουμε μαζί; Δεν ξέρω. Ίσως να χρειαζόμασταν κάποιο διάστημα χώρια, έτσι ώστε να βρω μια καλύτερη ισορροπία, γιατί κάποια στιγμή τα πράγματα άρχισαν να γίνονται λίγο επικίνδυνα», κατέληξε ο κ. Ρεντόν.

Στη συνέχεια το λόγο πήρε η Άνκα Σμιντ, η ταινία της οποίας Άγρια θηλυκά, ευγενή θηρία διερευνά τη σχέση θηριοδαμαστριών με ζώα τσίρκου. Επηρεασμένη από το παιδικό μυθιστόρημα «Σάλτο Μορτάλε», όταν ήταν μικρή η σκηνοθέτιδα είχε όνειρο να γίνει θηριοδαμάστρια και να δουλεύει με τίγρεις. Το τσίρκο ξαναμπήκε στη ζωή της όταν και η ίδια απέκτησε παιδί. «Αναρωτιόμουν πάντα τι συμβαίνει πίσω από σκηνή όσον αφορά στην προσωπικότητα των θηριοδαμαστών και των ζώων», σημείωσε η ίδια. Αυτό που την παρακίνησε για να γυρίσει το ντοκιμαντέρ ήταν η αφοσίωση των γυναικών θηριοδαμαστριών στο επάγγελμά τους. «Έψαχνα άτομα με μεγάλο πάθος, που δίνουν τα πάντα σε αυτό που κάνουν. Γι’ αυτές τα ζώα είναι σαν το alter ego τους. Κάνουν ένα μη πολιτικά ορθό επάγγελμα, περνούν 18 ώρες τη μέρα με τα ζώα,  δουλεύουν με το σώμα τους και εκτίθενται στο κοινό μέσω του επαγγέλματός τους», είπε η κ. Σμιντ. Το υλικό που είχε στη διάθεσή της ήταν εξαιρετικό για κινηματογράφηση: «Το τσίρκο είναι ένας συναρπαστικός κόσμος, με φώτα, χρώματα, μεγάλες σκηνές, ενδιαφέροντα αισθητικά στοιχεία. Έχεις δυο μορφές, τη θηριοδαμάστρια και το ζώο, που φορούν στολές και εκτελούν τα νούμερά τους κάτω από τους προβολείς. Όλες οι αισθήσεις συμμετέχουν στη διαδικασία» σημείωσε η σκηνοθέτιδα,  παρομοιάζοντας αυτές τις γυναίκες με ροκ σταρ. Για την ίδια  υπάρχει και ένας ισχυρός συμβολισμός στην ιστορία τους, όπως είπε: «Τα ζώα πρέπει πάντα να θεωρούνται άγρια, ποτέ δεν τα εξημερώνεις πλήρως. Συμβολικά οι γυναίκες αυτές παλεύουν με αυτή την επιθετικότητα, η οποία εξαφανίζεται κάποιες στιγμές».

Κλείνοντας τη συνέντευξη Τύπου, ο Μαρκ Ολέξα και η  Φραντσέσκα Σκαλίσι, σκηνοθέτες του ντοκιμαντέρ Μοριόμ, περιέγραψαν πώς γνώρισαν την Μοριόμ, τη νεαρή πρωταγωνίστριά τους. «Βρισκόμασταν στο Μπαγκλαντές κάνοντας έρευνα για μια άλλη ταινία και ξαφνικά είδαμε μια όμορφη νεαρή κοπέλα να περνά από το ποτάμι ντυμένη σαν πριγκίπισσα, τα παιδιά να τη χειροκροτούν και να κοροϊδεύουν και όλα τα βλέμματα να είναι στραμμένα πάνω της. Στον αστράγαλό της φορούσε μιαν αλυσίδα. Μετά η μητέρα της την έπιασε από την αλυσίδα, διέσχισαν το ποτάμι και εξαφανίστηκαν. Αισθανθήκαμε αμέσως την ανάγκη να την παρατηρήσουμε από πιο κοντά», είπε ο κ. Ολέξα. Η Μοριόμ, η οποία πάσχει από ψυχική διαταραχή, από την πρώτη στιγμή «λάτρεψε το φακό και χρησιμοποιούσε την κάμερα σαν καθρέφτη. Της εξηγήσαμε τα πάντα και συμφώνησαν να την κινηματογραφήσουμε τόσο εκείνη όσο και οι γονείς της, για τους οποίους ήταν ένα είδος ανακούφισης να μιλούν για την κόρη τους», τόνισε η κ. Σκαλίσι. «Ενδεχομένως λόγω της ψυχικής της ασθένειας η Μοριόμ να ήταν πιο τολμηρή. Μιλούσε στους αστυνομικούς και εκφραζόταν δημοσίως σε  μια χώρα όπου οι γυναίκες σπανίως εκφράζονται εκτός σπιτιού», πρόσθεσε ο κ. Ολέξα. Όπως επισήμαναν οι σκηνοθέτες, η Μοριόμ πέρασε ένα διάστημα εκτός κοινότητας και σήμερα είναι καλύτερα, ξεκίνησε μάλιστα και να δουλεύει. Δεν έχει δει ακόμα την ταινία και «ίσως τώρα τη δει από εντελώς διαφορετική σκοπιά, μετά την αρρώστια της και ζώντας μια νέα ζωή», συμπλήρωσαν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια :