Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

ΕΝΥΔΡΕΙΟ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ Βραβείο Νέου Λογοτέχνη «Έναστρον –Κλεψύδρα» 2015 Κριτική Άγγελα Μάντζιου



ΕΝΥΔΡΕΙΟ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ
ΝΟΥΒΕΛΑ 
ΚΙΧΛΗ
 Ζωηρό  με διάθεση περιπαικτική, αυτο-σαρκαστικό με  ανάλαφρη αίσθηση, κριτικό και με  έκδηλο χιούμορ αυτογνωσίας,  το «Ενυδρείο»,  χαρτογραφεί , στους δρόμους της Αθήνας,   την πόλη  ως παράδειγμα  αναφορικής κρίσης. 
Από μια εμμονική παρόρμηση, αναζήτησης, εντοπισμού και  προσέγγισης,  ένας νεαρός άνδρας, ο Παύλος Καρτίνης,   ακολουθεί στους δρόμους της Αθήνας - και σε ποικίλες διαδρομές- γυναίκες διαφορετικών τύπων,  σε μια προσχηματική, με τα κλισέ της υπερβολής,  άδοξη επικοινωνία-παιχνίδι ερωτισμού. Μικρές ιστορίες  στην επινόηση της εικόνας του ενυδρείου,  όταν ο παρατηρητής-αφηγητής  γίνεται αντικείμενο παρατήρησης - τόσο από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται όσο και από τον αναγνώστη της ιστορίας- καθώς εξομολογείται, αναδιηγούμενος  σε πρώτο πρόσωπο,  τις ατυχείς προσεγγίσεις του,  που επιχειρεί με έναν παλιομοδίτικο, επίμονα  επαναλαμβανόμενο, τρόπο. 
Ροή προφορικότητας, ρυθμός καταιγιστικής αφήγησης ρεαλιστικού τύπου,  που αφήνει,  με ένα κλείσιμο ματιού, στο περιθώριο τη λογοτεχνική περιγραφή, υπονοώντας την σε έμμεσες αναφορές, καθώς  ο παρατηρητής των ιστοριών και στη συνέχεια αφηγητής  τους,  διασχίζει  το τοπίο- σώμα της πόλης. Οι διάλογοι εκτείνονται από την τυπικότητα  αναγνωρίσιμων εκφράσεων,  στη σουρεαλιστική-ειρωνικού τύπου- ανταλλαγή φράσεων αναμέτρησης,  ως την φανταστική επινόηση,  του τι θα μπορούσε να είχε ειπωθεί,  αν ο διάλογος συνεχίζονταν ανάμεσα στα δύο πρόσωπα και σε άλλο ύφος- τόνο. 
«Ξέρετε τι είναι αυτό που μου αρέσει περισσότερο πάνω  σας;» θα την κοιτούσα στα μάτια.
«Τι;» θα με ρωτούσε εκείνη.
«Οι απαγχονισμένοι σας αστράγαλοι», θα της έλεγα και θα συνεχίζαμε την κουβέντα μας. Σελ. 82
 Πίσω από τα ονόματα των οδών της πόλης προβάλλει το σκηνικό κτιρίων και ανθρώπων σε κινούμενες κινηματογραφικές  εικόνες. Ο αφηγητής –παρατηρητής,  αν και εστιάζει σε πρώτο επίπεδο αλλού την προσοχή του, αφήνει ένα φευγαλέο βλέμμα καίριας καταγραφής λεπτομερειών  της εικόνας , χαρτογραφώντας το τοπίο της κρίσης, σε υπαινικτικές αναφορές ταξικότητας στο θέατρο της καθημερινότητας,  στο οποίο ασκείται φλερτάροντας με τις «ομορφιές»,   με έναν μποέμ τρόπο αλλοτινών καιρών,  με μιαν απαισιόδοξη νότα επίγνωσης του σκοτεινού βάθους των πραγμάτων, κάτω από τη νεανική,  σπιρτόζικη ορμητικότητα. 
« Με πλημμύρισε ξαφνικά μια απέραντη τρυφερότητα  για όλους μας. Ακροβάτες στο ίδιο τσίρκο, χωρίς δίχτυ ασφαλείας». Σελ. 121
Ερωτισμός ανάλαφρος, αθώος, μυστηριώδης και σκοτεινός μ’ έναν ενστιχτώδικο τρόπο,  περιγράφεται σε γενικές γραμμές,  γιατί η στόχευση είναι σε άλλα σημεία- θέματα. Ο αναγνώστης οδηγείται σ’ αυτά χωρίς διδακτισμό και έμμεσα κατακτά τη συνολική εικόνα του ρυθμού της κρίσης που πλήττει τους πάντες. Η εικόνα ολοκληρώνεται,  με το όνειρο του κατακλυσμού και της πλεύσης πάνω από τους δρόμους-μνημεία  της πόλης , αφού προηγουμένως  η ομάδα των γυναικών  θα έχει επιτελέσει το έργο της, με την επίσκεψη-εισβολή στο σπίτι του νεαρού αφηγητή και  επίδοξου κατακτητή τους.
«Έχασα», σκέφτηκα.  Σελ. 42
«Ξανά το ίδιο όνειρο.Πλησιάζουμε ο ένας τον άλλον και είμαι πολύ χαρούμενος. Σου πιάνω το χέρι και δεν το τραβάς. Ποιος είναι αυτός ο δρόμος;  Βρέχει καταρρακτωδώς και δεν μπορώ να διαβάσω το όνομα στην ταμπέλα. Θέλω να σε ρωτήσω  αν μπορείς να ξεχωρίσεις τα γράμματα, αλλά δεν βγαίνει κανένας ήχος  από το στόμα μου. Στο όνειρο της συνάντησης ακούγεται μόνο ο ήχος της βροχής...» Σελ.97
«Σ’ τα λέω όλ’ αυτά για να σου εξηγήσω για ποιο λόγο την 1η του Φλεβάρη περπάτησα την Πατησίων τέσσερις φορές...Με γρήγορο βήμα και μεγάλες δρασκελιές για να ξεδώσω και να βρω πάλι τη δύναμη για το κόλπο με το πορτοφόλι». Σελ. 107
«Η ίδια φράση σε αμέτρητες παραλλαγές. Τζαζ πεζοδρομίου». Σελ. 112
«Τελείωσε ο χρόνος, αγάπη μου,και βαθιά μέσα μου αισθάνομαι θλιμμένος. Δεν κατάφερα να σε βρω , όσο και αν προσπάθησα.Τώρα βρίσκομαι εδώ , στο τέρμα της διαδρομής, και μετρώ πρόσωπα και τόπους. Μη με παρεξηγείς. Το να μιλάς για τόπους και πρόσωπα είναι ένας ακόμα τρόπος  να μιλάς για το χρόνο. Οι δρόμοι της Αθήνας είναι οι δικές μου κλεψύδρες».  Σελ. 150
«Είμαστε, λέει, πιασμένοι χέρι χέρι σ’ ένα δρόμο της Αθήνας και βρέχει καταρρακτωδώς. Επιτέλους, σ’ έχω βρει!». Σελ.152 

Άγγελα Μάντζιου

Δεν υπάρχουν σχόλια :