Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΙΤΗΣ 5 ΙΟΥΝΙΟΥ ΏΡΑ 19.00΄: «ΜΑΘΗΣΙΑΚΈΣ ΔΥΣΚΟΛΊΕΣ» Β.Π.Κ


ΔΗΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
ΒΑΦΟΠΟΥΛΕΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ





ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΙΤΗΣ 5 ΙΟΥΝΙΟΥ

Ώρα 19.00΄:
«Μαθησιακές δυσκολίες»

Πραγματοποιείται από το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Ομιλήτρια: Μάρω Δόικου, επ. καθ. Ειδ. Αγωγής.
Θα γίνει στην Αίθουσα Πολιτιστικών Εκδηλώσεων 4ου ορόφου του ΒΠΚ.
Η είσοδος είναι ε λ ε ύ θ ε ρ η.


Ώρα 20.00΄:
«Δημιουργίες…»

Διοργανώνεται στο πλαίσιο των εκδηλώσεων των
Εργαστηρίων του Βαφοπούλειου.
Εγκαίνια 8ης έκθεσης Εικαστικών Τμημάτων του ΒΠΚ.
Διάρκεια έκθεσης: έως τις 10 Ιουνίου 2012.
Η έκθεση θα πραγματοποιηθεί στις Αίθουσες Εικαστικών Εκδηλώσεων 5ου & 6ου ορόφου – Φουαγιέ Θεάτρου.
Η είσοδος είναι ε λ ε ύ θ ε ρ η.
Ημέρες - Ώρες λειτουργίας της έκθεσης:
Τρίτη – Παρασκευή: 9.00΄ - 14.00΄ και 17.00΄ - 21.00΄
Σάββατο: 17.00΄ - 21.00΄
Κυριακή: 9.00΄ - 14.00΄
Δευτέρα: κ λ ε ι σ τ ά.

Ώρα 21.00΄:
«Συναυλία φοιτητών του Τμήματος Μουσικών Σπουδών
του Α.Π.Θ»

Παρουσιάζονται έργα μουσικής δωματίου.
Σύνθεση: αν. καθ. Μ.Λαπιδάκη και του
επ. καθ. Δ.Παπαγεωργίου.
Θα πραγματοποιηθεί στην Αίθουσα Θεάτρου.
Η είσοδος είναι ε λ ε ύ θ ε ρ η.

ΩΡΑ 19.00΄: ΑΝΟΙΧΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ.
ΩΡΑ 20.00΄: ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ.
ΩΡΑ 21.00΄: ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΑΠΘ.
read more " ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΙΤΗΣ 5 ΙΟΥΝΙΟΥ ΏΡΑ 19.00΄: «ΜΑΘΗΣΙΑΚΈΣ ΔΥΣΚΟΛΊΕΣ» Β.Π.Κ "
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΟΤΕΡΑ »

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ -ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ -Εγκαίνια : Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012, 21:15



ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ
ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Διάρκεια εκθέσεων : 6 Ιουνίου – 16 Σεπτεμβρίου 2012
Εγκαίνια : Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012, 21:15

Τι σημαίνει να αναδιατάσσεις έναν κήπο; Να εκθέτεις μια ‘νεκρή φύση’ που είναι ζωντανός οργανισμός και όχι ζωγραφική απεικόνιση; Τι διαστάσεις παίρνει η χειρονομία παρέμβασης στο φυσικό περιβάλλον; Και τι συνιστά η μετάθεση όλων αυτών στον εκθεσιακό χώρο και μετά ξανά η επιστροφή στο χωράφι-εργαστήριο;


Το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης παρουσιάζει την αναδρομική έκθεση έργων του εικαστικού και καθηγητή στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης Γιώργου Τσακίρη, προκειμένου να αναδείξει τα ερωτηματικά που το έργο του καλλιτέχνη γεννά.

Με έργα από τη δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα, το συνεκτικό έργο του Γιώργου Τσακίρη βρίσκεται στον πυρήνα μιας επίκαιρης συζήτησης γύρω από τη φύση και της σχέσης μας μαζί της.

Από τους πίνακες και τα κολλάζ μέχρι τις νεκρές φύσεις και τις φωλιές για τους πελαργούς, από τα σχέδια μέχρι το γιούκο και τα τσίπουρα, ο Τσακίρης μεταγγίζει την εμπειρία ενός ανθρώπου που ζει σε έναν κόσμο αγροτικό και αυτή μετατρέπει σε καλλιτεχνική πράξη. Μακριά από την αισθητική με την κλασική έννοια, το έργο του προκύπτει και αναδιαμορφώνεται μέσα από συλλογικότητες και μέσα από τη βαθιά συνείδηση που προκαλεί η σχέση με τη φύση και τους ανθρώπους. Μέσα από διαδικασίες και χειρονομίες ο οργανικός κόσμος και η αναδιοργάνωση της σχέσης μας μαζί του είναι στο επίκεντρο της έκθεσης και του έργου του Γιώργου Τσακίρη.
Η εμπειρία που προτείνει ο καλλιτέχνης είναι εδώ και δεκαετίες συντονισμένη με όλο του το βιωματικό υπόστρωμα και την εμπειρία ενός αγροτικού κόσμου, που ακόμη κι αν έρχεται σήμερα βίαια και απρόσμενα στο προσκήνιο, στην περίπτωση του Τσακίρη είναι αφομοιωμένος πλήρως και υπό επεξεργασία εδώ και τριάντα και περισσότερα χρόνια.
Υπό το πρίσμα αυτό, οι έννοιες του χρόνου, της ζωής, της γέννησης και του θανάτου είναι κεντρικές στο έργο του. Θίγονται, ωστόσο, με χιούμορ και απλότητα, και έτσι καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον που ευνοεί την μέθεξη του θεατή, ο οποίος καλείται να γίνει συμ-παραγωγός και κοινωνός.


Επιμέλεια έκθεσης: Θούλη Μισιρλόγλου, ιστορικός τέχνης-επιμελήτρια ΜΜΣΤ
Συνεργασία: Ντένης Ζαχαρόπουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής ΜΜΣΤ
Υποστήριξη παραγωγής: Επιστημονικό προσωπικό ΜΜΣΤ (Χρυσάνθη Μάλαμα, Ιωάννα Σουρούδη, Κατερίνα Σύρογλου, Μάρω Ψύρρα) | Τεχνικό προσωπικό ΜΜΣΤ (Περικλής Γαλανός, Στέλιος Θεοδωρίδης)

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
ΕΓΝΑΤΙΑ 154 (ΔΕΘ-HELEXPO)
546 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Τ.: 2310 240002 , 2310 281212
Τ + F: 2310 281567
E: mmcart@mmca.org.gr
Site: http://www.mmca.org.gr
ΜΜΣΤ, ώρες λειτουργίας Τρίτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο: 10.00-18.00, Τετάρτη: 10.00-22.00, Κυριακή 11:00-15:00, Δευτέρα κλειστά. Διάρκεια έκθεσης: 10 Μαρτίου – 29 Απριλίου 2012.
Ο Γιώργος Τσακίρης γεννήθηκε στα Γιαννιτσά το 1955. Σπούδασε Ανώτερα Ηλεκτρονικά. Στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας σπούδασε ζωγραφική και χαρακτική. Είναι Καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.


Α. ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ
2010 - «SISYPHOS», Stadtmuseum Bienalle Κολωνίας
2009 - γκαλερί Παπατζίκου, Βέροια, συνέκθεση με Φώτη Μανδατζή - Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, Δήμος Θεσσαλονίκης, 44α Δημήτρια
2008 - γκαλερί Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη, συνέκθεση με Χάρη Κοντοσφύρη
2007 - Τμήμα Βιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
2006 - γκαλερί Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη
2003 - γκαλερί Tabaco Factory, Καβάλα
2002 - γκαλερί Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη
2000 - Ζωοτεχνία, HELEXPO AE
1999 - γκαλερί Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη
1998 - γκαλερί Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη
1997 - αίθουσα τέχνης Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη - γκαλερί 7, Αθήνα
1996 - γκαλερί Λόλα Νικολάου, Θεσσαλονίκη
1995 - γκαλερί Θέμα, Αθήνα - γκαλερί La Serre, Σχολή Καλών Τεχνών του Saint Etienne, Γαλλία
1994 - Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης
1993 - γκαλερί Λόλα Νικολάου, Ελάνη Χαλκιδικής
1992 - Γενί Τζαμί, Δημοτική Πινακοθήκη, Δήμος Θεσσαλονίκης
1991 - γκαλερί Δεσμός, Αθήνα
1989 - Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης
1986 - Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης
1985 - γκαλερί Dada, Αθήνα
1984 - γκαλερί Πανσέληνος, Θεσσαλονίκη - γκαλερί Κρεωνίδης, Αθήνα
1983 - γκαλερί Dada, Αθήνα
1982 - γκαλερί II Punto, Φλωρεντία, Ιταλία
1980 - γκαλερί Urania Due, Φλωρεντία, Ιταλία

Ντένης Ζαχαρόπουλος
Ιστορικός τέχνης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης

Ο καλλιτέχνης ως παραγωγός


Ο Γιώργος Τσακίρης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση μέσα στο τοπίο της νεοελληνικής τέχνης και ιδιαίτερα μέσα στις πιο τολμηρές εκφράσεις που αναπτύσσονται από τη γενιά του 1970 και μετά. Η ιδιαιτερότητά του έχει να κάνει με το γεγονός ότι εάν η προϋπόθεση να έρθει η τέχνη δίπλα στη ζωή είναι αυτό που τρέφει τους περισσότερους σύγχρονούς του, ο Τσακίρης από τα πρώτα του κιόλας έργα υποστηρίζει μια αίσθηση του χρόνου που δίνει στα έργα του μια μακρά διάρκεια και μια αυτονόμηση από το στατικό καλλιτεχνικό αντικείμενο που προκύπτει από την οργανική διαδικασία η οποία αφήνει στα έργα να έχουν τη δική τους ζωή και το δικό τους χρόνο. Με δυο λόγια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι στοιχεία που άπτονται της οικολογίας, της βιολογικής υπόστασης των πραγμάτων, της υλικής ζωής των στοιχείων που συνιστούν τα έργα, μαζί με την συνειδητή πρόταση του καλλιτέχνη που τα συγκεντρώνει φτιάχνοντας και κατασκευάζοντας τις προϋποθέσεις της παρουσίας τους, της παρουσίασής τους, αλλά και της δυνατότητας της μεταμόρφωσης και μετάπλασής τους σαν ζωντανά και οργανικά δεδομένα, κάνουν το έργο του όλως ιδιαίτερο.
Εάν ο Τσακίρης δεν είναι ο μόνος που επεξεργάζεται τέτοιου είδους οικολογικά και βιολογικά στοιχεία, εάν δεν είναι ο μόνος που διεκδικεί τη μνήμη μιας παιδείας του αγροτικού κόσμου μέσα από τον οποίο προέρχεται και με τον οποίο συνεχίζει δυναμικά για μια τριακονταετία και παραπάνω να συνδιαλέγεται ενεργά, είναι μάλλον αυτός που δεν θα πλαισιώσει τις σχέσεις του αυτές είτε με έναν επιστημονικό λόγο, είτε με ένα τοπικιστικό προφίλ, είτε με μια αυτοβιογραφική διάσταση, κρατώντας τα έργα του κατά κάποιον τρόπο εκκρεμή ανάμεσα στο πλαίσιο των ιδεών που κυριαρχεί από τη δεκαετία του ’70 και μετά και το πλαίσιο των μορφών (μινιμαλισμός, άρτε πόβερα κτλ) που έρχονται από την άλλη να δημιουργήσουν ένα μόνιμο χώρο αναφοράς για πολλούς νεότερους καλλιτέχνες.
Το ενδιαφέρον του Τσακίρη βασίζεται σε μια σχετικά αφελή στάση μπροστά σε ένα τόσο βαρύ κληροδότημα όσο η μνήμη μιας κοινωνίας που, παρόλο που προσπαθεί να δείξει όλο και πιο ξεκάθαρα την αστική της υπόσταση, εξακολουθεί να μένει βαθιά αγροτική σ’ όλη την ελληνική επικράτεια κι ακόμη και στους περισσότερους καλλιτέχνες της Διασποράς. Αυτή λοιπόν η σχεδόν αφελής στάση του Τσακίρη έχει να κάνει με κάτι που μπορεί να ονομάσει κανείς ως το αυτονόητο. Το αυτονόητο συνίσταται στο να μη χρειάζεται δεν διεκδικείς αυτό που ήδη έχεις, και με τον ίδιο τρόπο να διεκδικείς ακόμη περισσότερο αυτό που δεν μπορείς να έχεις. Ο Τσακίρης με το έργο του μοιάζει να έχει βρει τον αργό αυτό ρυθμό με τον οποίο τα πράγματα γίνονται μέσα από κάποια φυσικότητα, που δεν αφορά μόνο τη φυσικότητα της φύσης, αλλά αυτή με την οποία ένας άνθρωπος κάνει αυτά που ξέρει να κάνει, αυτά που έχει αποφασίσει να κάνει, αυτά που βλέπει και ξεχωρίζει. Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά μόνο ό,τι μπορεί κανείς να συλλάβει και να σχεδιάσει εκ νέου, αλλά και αυτά που βλέπει να φθείρονται, να χάνονται ή να ξεχνιούνται, είτε γιατί η φυσική φθορά το επιβάλλει είτε γιατί η ηθική και ιδεολογική ανεπάρκεια μιας κοινωνίας τα παραγκωνίζει. Η εκκρεμότητα αυτή στην οποία βρίσκονται τόσο κάποια πράγματα όσο και η σχέση μαζί του μας φέρνει αντιμέτωπους με το γεγονός ότι τα πράγματα αυτά δεν πρόκειται για απορρίμματα, ούτε για ελλείμματα, ούτε για παρωχημένες καταστάσεις. Αντίθετα, πρόκειται για μια παρένθεση όπου δυστυχώς σε όλη τη διάρκεια του έργου του η νεοελληνική κοινωνία έχει βάλει τόσο τη σχέση της με το φυσικό όσο και με το πολιτιστικό περιβάλλον της καθημερινής της ζωής.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τσακίρης θυμίζει μέσα από το έργο του μια στάση ανάλογη με αυτή του Morandi. Η αντίσταση που προβάλλει κανείς σε μία πολιτιστική και πολιτική ισοπέδωση των κοινωνικών και των ανθρώπινων αξιών συνίσταται συχνά στο να εντείνεις τις αποστάσεις τόσο από το φυσικό όσο και από το νοητικό κέντρο, να οξύνεις την παρατήρηση της φθοράς και να διαχωρίζεις όσο πιο καθαρά γίνεται τη φυσική φθορά των πραγμάτων –δηλ. τη ζωή τους- από τη φθορά που επιφέρει η άκαιρη και αδιάφορη χρήση που απλώς τα καταστρέφει ή τα αγνοεί εγκληματικά.
Με το έργο του ο Τσακίρης οξύνει το βλέμμα μας πάνω σε πράγματα που η κοινωνία μας συνήθως χαρακτηρίζει μέσα από ημερομηνίες λήξεως ή από διαδικασίες συντήρησης με τρόπους τεχνικούς μόνο και μόνο για να διαχειριστεί την κατανάλωσή τους. Ο Τσακίρης αντίθετα μετατρέπει κάθε ημερομηνία λήξης σε μία σχέση ζωής και θανάτου και κάθε τεχνική συντήρηση σε μία ποιητική υπόσταση αυτού που πράγματι αντέχει στο χρόνο ή υποκύπτει στο τυχαίο.
Από τις νεκρές φύσεις και τα κολλάζ, από τα σχέδια μέχρι τις φωλιές για τους πελαργούς, από τους γιούκους μέχρι τις κατασκευές που θέτουν τη μορφή ως μεταφυσικό ερώτημα του εύθραυστου και της τελειότητας όπως αυτή ενός αυγού, ο Τσακίρης διυλίζει όχι μόνο τους καρπούς και τα κουκούτσια τους, αλλά την εμπειρία ενός ανθρώπου που ζει σε έναν κόσμο ολοκληρωμένο, σ’ ένα περιβάλλον πλούσιο σε δυνατότητες, επεξεργασίες, διεργασίες, πρακτικές και σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο, έτσι όπως θα ορίζαμε με λίγα λόγια αυτό που λέγεται πολιτισμός μέσα από την κοινωνική ανθρωπολογία και μας θυμίζει με απόλυτη συνέπεια και εμμονή πως ο πολιτισμός δημιουργείται, βιώνεται και συντηρείται καθημερινά, ανά πάσα στιγμή και στο τελευταίο χωριό ενός τόπου από ανθρώπους που τον θέλουν, που τον φτιάχνουν και που τον τιμούν.
Αυτή είναι ίσως η αφέλεια με την οποία ο Τσακίρης εγγράφεται μέσα στη γενιά του, αφέλεια που θυμίζει ακόμη μια φορά τον Morandi, που προτιμούσε να κοιτάει ένα σχέδιο του Seurat χωρίς κορνίζα και χωρίς τζάμι κάθε μέρα, να ξεσκονίζει και να περιποιείται τα μπουκαλάκια του καθημερινά με τον ίδιο τρόπο και την ίδια μέριμνα που μπορούσε και τα ζωγράφιζε, παρά να γυρίζει από εγκαίνια σε εγκαίνια και από μουσείο σε μουσείο. Με τον τρόπο αυτό ο Τσακίρης φαίνεται να παίρνει με τη σειρά του το ίδιο αυτό αναρχικό μάθημα που είχε πάρει και ο Morandi από τον αγαπημένο του Courbet, πως ο άνθρωπος αλλάζει σε αρμονία με τη φύση και πως η φύση δίνει τις πιο κρυφές, αλλά και τις πιο δυνατές, πιο επαναστατικές ορμές σ’ όποιον σκέφτεται ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Σίγουρα δεν μπορεί να αλλάξει κανείς τίποτα εάν δεν συγκρατήσει στη μνήμη του συνολικά αυτό που υπάρχει, και πάλι δεν μπορεί να επιτρέψει στη μνήμη του μια τέτοια λειτουργία εάν δεν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κοιτά, σκέφτεται και φτιάχνει το έργο του, τον εαυτό του και τη σχέση του με τον κόσμο.
Μέσα από αυτή την παιδεία ο Γιώργος Τσακίρης είναι ένας από τους σημαντικούς καλλιτέχνες που σφραγίζουν τη γενιά του, κρατούν μια σοβαρή απόσταση από την ηθική και κοινωνική κατρακύλα που η κοινωνία των υπηρεσιών θα επιβάλει σε μια κοινωνία παραγωγής έργου και σημασίας από τη δεκαετία του ΄80 και μετά διεθνώς.
Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να πει κανείς ότι το έργο του εξακολουθεί ακόμη, μαζί με αρκετούς καλλιτέχνες της γενιάς του στην Ελλάδα, να είναι από τη μία πάντα πρωτοπόρο όσο και από την άλλη να αποτελεί εξαίρεση μπρος στα σχήματα και τις αισθητικές που επικρατούν.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τσακίρης, όπως οι περισσότεροι καλλιτέχνες που υιοθέτησαν ανάλογη στάση και ανάλογες θέσεις ζωής και έργου διεθνώς, έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα σε μία νομαδική ύπαρξη που καθορίζεται από τη διάθεση του καλλιτέχνη μα προσεγγίσει ή να αποκλίνει από το νόμο της διεθνούς αγοράς ή να περιορίσει το πεδίο του και να καλλιεργήσει σε βάθος την παιδεία και την εκπαίδευση συλλογικά, μέσα από το προσωπικό του έργο όσο και μέσα από τη συνεχή τριβή με τις νεότερες γενιές καλλιτεχνών που βγαίνουν από μια Σχολή Καλών Τεχνών. Για τον Τσακίρη, όπως για πολλούς ανθρώπους της γενιάς του και της ιδιοσυγκρασίας του, δεν ήταν ο τίτλος του καθηγητή που προείχε και προέχει, αλλά ο εργαστηριακός και ερευνητικός τόπος όπου η καλλιέργεια γίνεται μια συλλογική κοινωνική πραγματικότητα, ένα καλλιτεχνικό χωριό, που, αναπαράγοντας μια ολοκληρωμένη κοινωνική πραγματικότητα, καλείται να συμμετάσχει στη ζωή, στην κατοχύρωση και στη συνέχεια του σύγχρονου πολιτισμού.
Η έκθεση του Γιώργου Τσακίρη στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης είναι διπλή χαρά και διπλή τιμή, τόσο μέσα από τη μακρά σχέση που ο καλλιτέχνης μοιράζεται με το μουσείο το ίδιο και τις δράσεις του, όσο και με τη μακρά και οργανική σχέση που είχε με κάποιους από τους σημαντικούς δωρητές των συλλογών μας, αλλά και συνοδοιπόρους στην υποστήριξη της πιο τολμηρής σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα. Η έκθεση του Γιώργου Τσακίρη υπογραμμίζει πόσο σημαντικός μπορεί να είναι ο ρόλος ενός καλλιτέχνη μέσα στη γενιά του όσο και η δράση του μέσα στους θεσμούς, το έργο του και η ιστορία όσο και η σχέση του με τις γενιές και τις προοπτικές που χαράσσονται για το μέλλον, δείχνοντάς μας πως όλα αυτά αποκτούν πραγματικό νόημα όταν στο κέντρο τους φτιάχνεται ξανά μια ολοκληρωμένη θέση για τον άνθρωπο μέσα στον κόσμο.


Ξανθίππη Σκαρπιά-Χόιπελ
Πρόεδρος Δ.Σ. του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης

Η γλυπτική, ως καλλιτεχνική δημιουργία της αφής και του αγγίσματος, έχει δώσει σε διάφορες πολιτιστικές περιόδους δισδιάστατες και τρισδιάστατες γλυπτικές μορφές, επεξεργασμένες συνήθως με πέτρα, μάρμαρο, μέταλλα, ξύλο, πηλό, πλαστικό, ύφασμα, συνθετικές ουσίες και άλλα υλικά. Ωστόσο, η απαίτηση για το καινούργιο, που καταγράφεται αναλλοίωτα αμείωτη μέχρι σήμερα, ιδίως με τη χρήση νέων τεχνολογιών, γεγονός που καθιστά ακόμα και το μοτίβο να είναι έργο το ίδιο, δικαιολογείται από την απαίτηση για μια ασυμβίβαστη καινοτομία στην τέχνη και εκφράζεται πλέον με την κατάργηση της κάθε είδους παραδοσιακής χρήσης υλικών και τεχνικών.
Παράλληλα, βέβαια, η γλυπτική είναι και ένα συνταίριασμα φαντασίας και πραγματικότητας, μια προσέγγιση αδιαίρετης ενότητας του συναισθηματικού «είναι» του καλλιτέχνη και της επικοινωνίας του με τις καθημερινές δράσεις της ζωής. Σε αυτές, μερικοί δημιουργοί προσπαθούν να εντοπίσουν και να απομονώσουν τα βασικά γνωρίσματα και στη συνέχεια να τα αποδώσουν εικαστικά με ευαισθησία και δυναμισμό.
Και ο Γιώργος Τσακίρης είναι ο γλύπτης που κινείται σταθερά μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αφού οι δημιουργίες του χαρακτηρίζονται από τη διαρκή παρατήρηση του ζωικού και του φυτικού περιβάλλοντος, συμβάντα του οποίου στη συνέχεια τα απεικονίζει παραστατικά με μια εξαιρετικά συναρπαστική προσέγγιση.
Είναι γνωστό άλλωστε, στην ιστορία της τέχνης ότι πολλοί καλλιτέχνες αναζήτησαν πηγή έμπνευσης και αναφοράς τους στις φυσικές και στις ζωικές μορφές, όπως αυτοί π.χ. του Art Nouveau, που προέβησαν σε περίπλοκα εικαστικά θέματα δημιουργώντας ένα νέο ρυθμό από την τάση για αποδοκιμασία της μαζικής μηχανικής παραγωγής. Αλλά και πολλοί σύγχρονοι δημιουργοί ενεργούν αντίστοιχα όπως π.χ. ο Ντάμιεν Χερστ, που αυτή τη χρονική περίοδο εκθέτει στην Tate Modern του Λονδίνου μερικά από τα έργα του, τα οποία συσχετίζονται με προκλητικά ζοφερό τρόπο με τον ζωικό κόσμο, παρουσιασμένα βεβαίως μέσα από τη δική του ψυχολογική εμβάθυνση.
Ο Τσακίρης επιλέγει, ως σύγχρονος καλλιτέχνης και αυτός, τη δική του διαδρομή. Εισχωρεί μέσα στην ίδια την καρδιά της φύσης, για να κάνει την προσωπική του τέχνη, καθιστώντας τη μοναδική στην εξελικτική θεματική της αφήγηση.
Η καλλιτεχνική ποιότητα και η αισθητική, αλλά και ο συνολικός χαρακτήρας του ύφους του γλύπτη, καθορίζονται από τον πλουραλισμό των ερεθισμάτων και των εικόνων που έχει πάρει μέσα από τη ζωή του κοντά στη φύση του επαρχιακού, γνωστού του κόσμου. Το ράντισμα, ο αποστακτήρας, ο γιούκος, το κούρεμα των προβάτων γίνονται μέσα από τη διεισδυτική του ματιά πρωτότυπες σκηνοθετικές γλυπτικές απεικονίσεις.
Mε άκρως ιδιαίτερη άνεση και φαντασία, ο γλύπτης ενσωματώνει και εναρμονίζει τις προσωπικές του εμπειρίες σε ένα κεντρικό άξονα αναφοράς.
Είναι συγκεκριμένες δράσεις, που αφορούν την αγροτική ενασχόληση, δράσεις μέσα από το βλέμμα της δικής του αποκλειστικής επικοινωνίας, τις οποίες εντάσσει με εξαιρετική ευαισθησία στο γλυπτικό του ρεπερτόριο. Οι σκάλες, οι τροχοί των τρακτέρ ή της άμαξας, οι τσατάλες, οι κορμοί, ο σκύλος που ακολουθεί τον αγωγιάτη, μπορούν να συνοψιστούν ως εξελικτική γλυπτική πολυσημία. Μέσα σε αυτή, ο γλύπτης κατορθώνει να παρουσιάσει ανεπιτήδευτες τις φυσικές εξελικτικές διαδικασίες της δικής του μοναδικής καταγραφής, όπως π.χ. της ζωής των σαλιγκαριών από το εκτροφείο μέχρι τη γλυπτική εγκατάσταση της κλωσσομηχανής με τη γέννηση νεοσσών, τις σφηκοφωλιές, τα βατράχια και το κρώξιμό τους, την ψείρα στο αλεύρι και το ανεμοδούρισμά της με τον ανεμιστήρα και πολλά άλλα.
Δεν υπάρχει καμία ασαφής ή διαφεύγουσα ερμηνεία σε αυτή την εντυπωσιακά μεγάλη σειρά των δημιουργιών του καλλιτέχνη, δημιουργιών που εκφράζουν το απόλυτα καινούργιο μιας ευφάνταστης απεικόνισης των καθημερινών εξελικτικών διαδικασιών του φυτικού και του ζωικού κόσμου.
Ο Τσακίρης έχει επίσης ασχοληθεί και με τη δημόσια τέχνη. Οι περιστεριώνες, στη πλατεία της ΧΑΝΘ, είναι ένα έργο λιτό που συνεισφέρει στην οπτική ποιότητα του περιβάλλοντος, μεταλλάσσοντας θετικά τον συγκεκριμένο χώρο με τη γλυπτική του πνοή.
Χαιρόμαστε που μας δύναται η δυνατότητα να εκθέσουμε στο μουσείο μας τη δουλειά του. Του ευχόμαστε να είναι πάντα υγιής και δημιουργικός.

Ξανθίππη Σκαρπιά-Χόιπελ
Πρόεδρος Δ.Σ. του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης


ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ: ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΘΟΥΛΗ ΜΙΣΙΡΛΟΓΛΟΥ


Θ.Μ. Θα ξεκινήσω με μια κοινότοπη ερώτηση, που στην περίπτωσή σου όμως έχει ειδικό βάρος: Τι σημαίνει έκθεση για εσένα; Και η ερώτηση έχει ειδικό βάρος, αν λάβει κανείς υπόψη του τον χαρακτήρα πολλών έργων σου, ίσως των περισσότερων και ειδικά εκείνων των εγκαταστάσεων στο φυσικό τοπίο, όπου το βλέμμα του θεατή δεν έχει σκηνοθετηθεί ώστε να είναι ή, πιο σωστά, να φαίνεται αναγκαίο.

Γ.Τ. Πίστευα και πιστεύω ότι εκόμιζα γλαύκας, δηλαδή μετέφερα γνώση στο θεατή, τον έβαζα σε μια διαδικασία να κοιτάξει το χορτάρι που πατούσε ή πατάει. Και αυτό επειδή πιστεύω στον στρατευμένο καλλιτέχνη, με την έννοια του καλλιτέχνη που έχει έναν σκοπό και έναν ορίζοντα, που να έχει περάσει στα πίσω συρτάρια του μυαλού του, έναν καλλιτέχνη του οποίου το έργο, πέρα από την προσωπική ικανοποίηση του ίδιου ότι εξωτερικεύει, τα πάθη, τις αγωνίες του, τα ενδιαφέροντα και τα συναισθήματά του, ενδεχομένως έχει να πει κάτι στον θεατή.
Στο πλαίσιο αυτό χαίρομαι δείχνοντας τα κόρτσα, τα αγριοαχλάδια δηλαδή μέσα στα άχυρα ή τα αυγά μέσα στο στάρι, γιατί έτσι τα φτιάχναν τα παλαιότερα χρόνια, για να διατηρηθούν φρέσκα. Σε κάποιους που έζησαν τα γεγονότα, με μεγάλη ικανοποίηση μου λένε ότι αυτό τους φέρνει θύμησες… Θα μου πεις τι γίνεται στους νεότερους: εκεί οι απορίες είναι περισσότερες, οπότε μπαίνουν στη διαδικασία να σκεφτούν, πχ ότι το κοτοπουλάκι θέλει 21 μέρες για να βγει από το αυγό, ή η μαμά κλώσσα πλέον που προτείνω εγώ δεν απέχει από το παιδί του σωλήνα, που είναι συχνή. Ακυρώνονται κάποιες θέσεις, Οπότε η έκθεση για μένα προσωπικά σημαίνει ότι ξεμπερδεύω με κάποια σκέψη που με απασχολεί και πάω στο επόμενο, ώστε να γίνω ένας μικρός ερευνητής, ψάχνοντας ανθρώπους που θα μου μεταφέρουν με τη γνώση τους τρόπους να πραγματωθεί το έργο, γιατί οι συνθήκες είναι αυτές που επιβάλλουν την εικόνα του και όχι η αισθητική.

Θ.Μ. Σε πολλά έργα σου ούτε καν προσποιείσαι μια υποτυπώδη καλλιτεχνική οργάνωση, καθώς αφήνεις να αποτυπωθούν περισσότερο λειτουργίες, βιολογικές, φυσικές, οργανικές.

Γ.Τ. Γιατί αυτές κάνουν το κουμάντο στο πώς θα χτιστεί το έργο, η αισθητική το αγγίζει πολύ λίγο. Στα έργα αυτά σχεδόν από σύμπτωση είμαι καλλιτέχνης.


Θ.Μ. Κι όμως, φαίνεται ότι είναι πολλές οι μεταστροφές που χρησιμοποιείς ως πάγια τακτική: μεταστροφές λόγου (όλα εκείνα τα αρχικά παιχνίδια της ανορθογραφίας, των τοπικών προφορών), μεταστροφές ύφους (σαρκασμός και ανατροπή της όποιας καλλιτεχνικής ή μη σοβαροφάνειας), πρακτικής (εστίαση στις βιολογικές διαδικασίες). Πώς θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου εν τέλει: καλλιτέχνη-ερευνητή, μάγο, βιολόγο, επιστήμονα, φυσιολάτρη, ενορχηστρωτή φυσικών λειτουργικών συστημάτων;

Γ.Τ.Το πώς ζει ή πώς γαλουχείται ή πού μεγαλώνει ένα μικρό παιδί το κυνηγάει μια ζωή. Εγώ μεγάλωσα σ’ ένα χωριό. Μέχρι τα 10 μου χρόνια η μεγάλη μου αγωνία ήταν να ξεχωρίσω τα ‘σαπάν’ (ίσα πάνω) από το ‘σακάτ’ (ίσα κάτω)... Φάγαμε αρκετό ξύλο από τον δάσκαλο μέχρι να το μάθω. Είχα, λοιπόν, μια τεράστια αγωνία. Στα 10 μου χρόνια βρέθηκα σε μια μεγαλούτσικη πόλη, στα Γιαννιτσά, όπου η καταγωγή μου με κυνηγούσε. Ένιωθα ξένος σ αυτόν τον τόπο, αν και η οικογένειά μου, μια δημοσιοϋπαλληλική οικογένεια είχε την αποδοχή του χώρου Παρόλα αυτά εγώ ένιωθα πολύ ξένος και στην πόλη μετά το χωριό. Βρέθηκα να σπουδάζω ηλεκτρονικά χωρίς να το θέλω, ενώ το μυαλό μου έτρεχε πάντα στη ζωγραφική. Πάντα ζωγράφιζα, πάντα έκανα τέχνη, από πολύ νωρίς, κι όταν βρέθηκα στην Ιταλία η καταγωγή μου πάλι με κυνηγούσε. Ήμασταν 3 παιδιά μόνο από την περιφέρεια, όλα τα άλλα από Αθήνα και δεν θα ξεχάσω: επειδή δεν υπήρχαν τηλέφωνα στα σπίτια πηγαίναμε στον ΟΤΕ, δίναμε το όνομά μας για να μας καλέσει το τηλεφωνικό κέντρο σε επικοινωνία με τους γονείς. Ήταν κατάρα όταν άκουγα Γκιόργος Γκιαννίτσα… Έλεγα από μέσα μου, δεν μπορώ να είμαι από την Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη; Κι αυτό το ένιωθαν και οι άλλοι δύο, ο ένας από το Μεσολόγγι ο άλλος από Λαμία.
Πάντως η δική μου οικογένεια, πέρα από τη σχέση με τη δημοσιοϋπαλληλία, ήταν και αγρότες, δενδροκαλλιεργητές, οπότε εγώ δεν έφυγα ποτέ από αυτούς τους χώρους. Ζούσα στα χωράφια, καλλιεργούσα τη γη, μου άρεσε, στην αρχή όχι ιδιαίτερα, όπως όλα τα παιδιά. Προτιμούσα να παίζω, παρά να βρίσκομαι στις μηλιές, η παραγωγή όμως αυτή έπαιζε μαζί μου, σαν μαθητής έμενα στάσιμος, επειδή δεν ήθελα να πάω στα ηλεκτρονικά ή αρχιτεκτονική. Το μυαλό μου ήταν στη ζωγραφική. Αυτό μ’ έφερε σε μια απομόνωση στο σχολείο, από μαθητής καλός να μείνεις στάσιμος; Σε ξεχνούν οι φίλοι ή, για να σε αποδεχτούν οι άλλοι, που είχαν μείνει κι εκείνοι στάσιμοι, θα δυσκολευτείς. Μόλις τέλειωσα λοιπόν το σχολείο, ξεμπέρδεψα με την ορθογραφία, όλα ήταν ο, όλα ι, έγραφα όπως άκουγα, κι αυτό δεν ήταν σκέρτσο, ήταν λύση ανάγκης.
Εν τω μεταξύ η ζωγραφική μου: φεύγοντας από δω είχα σε βάθρο τον Τσαρούχη και τον αντέγραφα μανιωδώς. Ευτύχησα όμως να σπουδάζω στην Ιταλία, όπου πολύ νωρίς είχαμε ένα δάσκαλο που μας έκανε ιστορία τέχνης, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, τον Ακάμι: μας δίδασκε Mario Merz, Michelangelo Pistoletto, Γιάννη Κουνέλλη, Alberto Burri και όλους της Arte Povera. Εκεί αντιλήφθηκα πως ήταν ένα πολύ ευχάριστο γεγονός ότι στην τέχνη συνέβαιναν αυτά. Έτσι μπορούσα εγώ ως αγροτόπαιδο αυτό που ζούσα κάθε μέρα να το περνάω στην τέχνη μου. Μέχρι τότε νόμιζα ότι τέχνη ήταν η ποιότητα, το καλό σχέδιο, η πολύ καλή ανατομία, το χρώμα. Εκεί είδα ότι ένα τσουβάλι ήταν έργο τέχνης κι αυτό ήταν πολύ λυτρωτικό για μένα. Και άρχισα να ερωτοτροπώ με συμπεριφορές που είχαν φύγει από την παράσταση και τη δομή του γνωστού εικαστικού έργου.
Άρχισα να παίρνω μικρές αγγελίες από εφημερίδες και έκανα χαρακτικά, δούλεψα πολύ την χαρακτική, δούλευα σε γκαλερί που τυπώναμε χαρακτικά, στην Ιταλία το χαρακτικό και το κεραμικό τα δουλεύουν πολύ και διευκόλυναν τους καλλιτέχνες να ζήσουν.
Οπότε για μένα το πεδίο άρχισε να απλώνει, να διευρύνεται, και με άνεση έβλεπα ότι αυτό που έκανα το καλοκαίρι, πηγαίνοντας στα χωράφια να μαζεύω ροδάκινα ή άλλες καλλιέργειες, θα μπορούσα να το περάσω στην τέχνη μου.

Θ.Μ. Αυτή η πορεία πάντως είναι ενδιαφέρουσα: να χρειαστεί η ευρωπαϊκή κουλτούρα για να αξιοποιήσεις όλο σου το βιωματικό παρελθόν, το οποίο εσύ κουβαλούσες ως βάρος, αλλά ξαφνικά αυτό μετατρέπεται σε μια τεράστια προίκα.

Γ.Τ. Έπρεπε να συμβεί ετούτο, ναι. Ίσως αν δεν ζούσα την Αρτε Πόβερα ή την Κακή Τέχνη, να μην τα ήξερα και να είχε ξεφουσκώσει όλο αυτό, να είχε φύγει από πάνω μου. Και τότε δεν έδινα λογαριασμό σε κανένα, καθώς όλα αυτά τα έζησα στα 22 μου…

Θ.Μ. Αυτή η διαδικασία φαίνεται σε όλη την πορεία του έργου με την έννοια ότι υπάρχει ένα βιωματικό στοιχείο πάρα πολύ έντονο, εξαιρετικά αφομοιωμένο και εντελώς ανεπιτήδευτο. Όταν ο Walter de Maria ένιωσε για πρώτη φορά το «κάλεσμα της μάνας γης», η πρώτη του αντίδραση ήταν να μεταφέρει απευθείας χώμα στο εσωτερικό μιας γκαλερί του Μονάχου. Ο επίσης Αμερικανός Michael Heizer βρήκε στην έρημο της Nevada αυτό που ονόμαζε «το είδος του αμόλυντου, ειρηνικού και καθαγιασμένου τόπου, που οι καλλιτέχνες πάντα προσπαθούν να βγάλουν στα έργα τους». Έχω την εντύπωση ότι η δική σου προσέγγιση είναι πολύ λιγότερο «ηρωική» και εμμένει περισσότερο στις φυσικές, αλλά και συλλογικές διαδικασίες του αγροτικού κόσμου, όπως τον γνώρισε η Ευρώπη, ειδικά μετά την εκτεταμένη εκβιομηχάνιση. Από την άποψη αυτή το παράδειγμά σου μπορεί να είναι εντοπισμένο γεωγραφικά, προκύπτει όμως μέσα από μια πολύ μεγαλύτερη παράδοση.
Πού παραπέμπεις εν τέλει: στην καθολικότητα ενός γενικού βιολογικού νόμου; Ο κύκλος της ζωής με όλα του τα ενδεχόμενα είναι σταθερά παρών στο έργο σου. Από τα ξύλα ως το σαράκι ή τις σφήκες και τα σαλιγκάρια.

Γ.Τ. Δεν ξέρω αν αυτό που κάνω είναι πιο κοντά στη βιοτέχνη ή αν θα το χαρακτήριζα αγροτέχνη. Κάποιες φορές διευκολύνω τις διαδικασίες, έτσι ώστε να αναπτυχθεί αυτό το γεγονός, αλλά οι παρεμβάσεις μου είναι ιδιαίτερα ταπεινές και δίνουν περισσότερο ένα κέντρισμα.

Θ.Μ. Δεν είναι εργαστηριακό πείραμα δηλαδή.

Γ.Τ. Ακριβώς. Ακόμη και σ ένα πρόσφατο γεγονός που πήρα σπόρους από τα καμμένα της Ολυμπίας θέλοντας να τα φυτρώσω, ακολούθησα διαδικασίες και συμπεριφορές όπως θα το έκαναν παλιότερα οι γυναίκες: έβαζαν ανάμεσα στα στήθια τους το κουκούλι, τους σπόρους δηλαδή του μεταξοσκώληκα να επωαστεί, καθώς δεν είχαν άλλες θερμαντικές μηχανές. Διάβαζα σήμερα ότι σκορπούν τα αδέσποτα και υπάρχει πληθώρα τώρα ζώων διεσπαρμένων στο αστικό τοπίο, επειδή δεν μπορούν να τα συντηρήσουν. Στο χωριό μου κάθε οικογένεια είχε γαϊδούρια και όταν γεννιόντουσαν νέα γαϊδουράκια, προκειμένου να υπάρξει φυσιολογική ροή γεννήσεων, φώναζαν τα παιδάκια να έρθουν να τα σκοτώσουν, γεγονός πολύ άγριο. Σε μας το θεωρούσαν πολύ φυσιολογικό, ένα είδος οικονομίας, ώστε να έχουν μόνο ό,τι χρειάζονταν.
Γι’ αυτό φτάνουμε σήμερα σ’ αυτά τα αδιέξοδα. Εγώ πχ δεν εκτιμώ καθόλου να βλέπω ένα σκυλί ή μια γάτα σε ένα σπίτι, ειδικά όταν είναι ευνουχισμένα, δεν συμπαθώ τα πάρκα-μακάρι να μπορούσα να τα κλείσω-, τους ζωολογικούς κήπους, τα φράγματα. Αυτά είναι καταστροφικές παρεμβάσεις, αναστατώνουν όλο το οικοσύστημα. Αυτές οι σχέσεις κρατούσαν σε μια σχέση συμβίωσης το φυτικό και το ζωικό κόσμο. Δεν καλλιεργούσαμε πολλά χωράφια, υπήρχαν δάση, ζώα παντού, τώρα σπαράσσει το ένα το άλλο, επειδή το ένα πρέπει να υπερισχύσει του άλλου.
Ταυτόχρονα το ζώο με το δίποδο ζώο έχει μια μεγάλη και ερωτική σχέση, που έφτανε μέχρι τη συνουσία. Εμένα δεν με εκπλήσσει σήμερα, δεν με εξέπληξε ποτέ. Το θεωρούσα δεδομένο ότι θα συνέβαινε… Κι όμως ήδη και τη δεκαετία ‘80 γίνονταν πίσω από το Χίλτον κτηνοβασίες σε ένα μπαρ. Αδιανόητα πράγματα.
Με αυτά θέλω να πω ότι όλα ετούτα που προέκυψαν ήταν μέσα στη ζωή μου. Το σαλιγκάρι κάθε μέρα που θα ξυπνήσω θα το βρω στο παράθυρό μου, στις πόρτες, θα το κλωτσήσω, ενδεχομένως θα το πατήσω κιόλας γιατί πια με ενοχλεί, το ποντίκι είναι μέσα στο χώρο μου συνέχεια, δεν είναι μέσα στη ρόδα ως διακοσμητικό στο σαλόνι μου, κι όμως δεν ένιωσα ποτέ κάτι ιδιαίτερο φέρνοντάς τα μέσα στη γκαλερί. Το μόνο που ήθελα ήταν να τα φέρω σε χώρους που δεν είχαν ζήσει ποτέ. Μετά το πρώτο εκτροφείο σαλιγκαριών, όταν είπα να κάνω σαλιγκάρι στιφάδο με τον Σκυλάκο, όλοι το θεώρησαν αντιφιλοζωικό…

Θ.Μ. Αυτό ήταν η μη επικοινωνία δύο κόσμων; Παρόλο που εσύ ήθελες να μοιραστείς το δικό σου αίσθημα, να ευαισθητοποιήσεις και παρόλο που, εντέλει, η πρόθεση ήταν να συναιρεθούν δύο κόσμοι, της τέχνης και της φύσης.

Γ.Τ. Ναι, ήταν σαν να λέω: κοίτα αδελφέ, το κοψίδι που τρως λίγες μέρες πριν κάποιος το έσφαξε. Θυμάμαι την έκπληξη της Μαραγκού στην έκθεσή μου στο Δεσμό, με τους κορμούς κομμένων δέντρων μέσα στη γκαλερί. Της είπα γιατί η έκπληξη; Στο σπίτι σου έχεις τζάκι, έτσι δεν είναι; Ε, αυτά είναι τα ξύλα του τζακιού σου. Εγώ δίνω κι ένα περιθώριο να έχουν ζωή μέσα, αν αναπτυχθεί σαράκι, δεν τα καίω. Κι αυτό που διαπιστώνω μέσα από αυτή την τριαντάχρονη σχέση με το έργο είναι ότι χρειάζεται δουλειά για την πρόσληψη. Οι συγχωριανοί μου το θεωρούν αυτονόητο, γιατί αυτή είναι η ζωή τους.

Θ.Μ. Επομένως εσύ παίζεις και το ρόλο ενός διπλωμάτη, ενός εξισορροπιστή του φυσικού και ανθρωπογενούς χώρου και συστήματος.

Γ.Τ. Πολλές φορές ναι. Και ταυτόχρονα ήταν και μια προσωπική ανάγκη: Όταν όργωνα για πρώτη φορά ένα θερισμένο χωράφι, που ήταν για μένα ένα τεράστιο κίτρινο, και έβλεπα το πρώτο χώμα να χαράσσεται μέσα, έκανα παραλληλισμούς με το έργο του Fontana. Ήταν παρήγορο και ενθαρρυντικό, ώστε κάθε αγροτική πράξη μου να την βλέπω και ως πράξη καλλιτεχνική. Γιατί ισορροπούσε και την αγωνία μου αν θα προλάβω να κάνω έργα ή αν πρέπει να ασχοληθώ με τις αγροτιές. Εσύ έχεις διαπιστώσει ότι σε πολλές εικόνες των καταλόγων μου αποτυπώνονται αγροτικές εργασίες ως έργα τέχνης.
Τώρα θα μαζέψουμε κεράσια. Όταν φτιάχνω τελάρα και τα συσκευάζω, η διαδικασία αυτή είναι δέκα φορές προτιμότερη από την τακτοποίηση που κάνω σε ένα καμβά όπου πρέπει να βάλω κόκκινο ή πορτοκαλί χρώμα… Στα κεριάσια πρέπει να αφαιρέσω το πορτοκαλί, γιατί, αν είναι δίπλα στο μελιτζανί κεράσι, θα φαίνεται σαν άγουρο. Το πορτοκαλί, αν είναι δίπλα στο μελιτζανί κεράσι, πρέπει να το βάλω σε άλλη κλούβα ή σε άλλη ομάδα κερασιών που είναι πιο ροζέ, ώστε να εξαφανιστεί.
Στη σχολή τι κάνουμε; Λέμε: ‘αυτό το πορτοκαλί που έβαλες θα ενισχυθεί περισσότερο με ένα πιο θερμό’ κτλ. Επειδή εμένα δεν με ενδιαφέρουν αυτά, δεν τα μεταφέρω στους φοιτητές μου. Την αισθητική, λέω, ξεχάστε την. Ένα έργο τέχνης πρέπει να σπαράζει, να ανοίγει τα εντόσθια. Εγώ ένα έργο τέχνης το καταλαβαίνω, όχι όταν ευχαριστιέται το μάτι μου, αλλά όταν μου δημιουργεί ένα σφίξιμο στο στομάχι. Έτσι προέκυψε αυτή η σχέση της αγροτιάς με την τέχνη. Από το 1984 που έκανα τους μπαχτσέδες μέχρι τώρα όλα αυτά συνυπάρχουν.

Θ.Μ. Ταυτόχρονα διαφοροποιείσαι από ένα σύστημα προσανατολισμένο στην παραγωγή και την αγορά της τέχνης.

Γ.Τ. Τα έργα αυτά δεν προέκυψαν από την αρχή. Άρχισα να εκθέτω επίτοιχα έργα, πιο εύκολα να μπουν σε έναν εκθεσιακό χώρο. Σταδιακά αποδέχτηκαν κάποιοι χώροι το έργο μου και με μεγαλύτερη άνεση προχώρησα σταδιακά στην πραγμάτωση των ιδεών. Άλλωστε κάνεις την πρότασή σου σε ανθρώπους και χώρους που ενδεχομένως μπορούν και θέλουν να σε ακούσουν. Και βέβαια καλλιτέχνες διεθνώς και εντόνως έχουν κινηθεί σε τέτοιες συμπεριφορές και διαδικασίες, οπότε υπήρχαν δέκτες με καλή διάθεση. Από κει και πέρα μικρά επίτοιχα έργα ή κατασκευές μέσα σ αυτό το πλαίσιο διευκόλυναν, ώστε το εμπορικό σύστημα να με αποδεχτεί.

Θ.Μ. Μέσα σ’ όλη την εμπειρία, η έννοια του τόπου πού είναι; Στο Πάικο ή στο χωράφι στα Γιαννιτσά, ο συγκεκριμένος γεωγραφικός τόπος έχει σημασία;

Γ.Τ. Ναι, τις περισσότερες φορές έχει. Το εργαστήριό μου το έχω σταθερά στα Γιαννιτσά, στους πρόποδες του Πάικου. Είναι ένας τόπος που ξέρω σπιθαμή προς σπιθαμή. Έχω μερικές φορές την αίσθηση ότι πράττω το ‘αδίκημα’ εκ του ασφαλούς, με την έννοια ότι δεν έχω παρατηρητές δίπλα μου που θα με λιθοβολήσουν. Είναι οικείος χώρος, ξέρω το δέντρο που φύτεψα εγώ, το χώμα, την αντίδρασή του, τα κοτόπουλα, πώς θα λειτουργήσω στο άλογο. Δεν ήξερα να σφάζω κουνέλια, το έκανα πρώτη φορά πρόσφατα και ήταν σοκαριστικό, γιατί ήταν κάτι που δεν ήξερα, δεν το είχα ξαναζήσει, δεν ήταν στον τόπο μου, στο χώρο μου. Κι εμένα, αν με πας στο Βόρειο Πόλο, θα πεθάνω μέσα σ’ ένα τέταρτο. Τελικά, με άνεση αποδέχομαι την αλυσίδα της γέννας, της ζωής και του θανάτου στο έργο τέχνης.

Θ.Μ. Υπάρχει αίσθημα θρησκευτικότητας στις διαδικασίες που ανακινείς;

Γ.Τ. Το 1986 σε μια συνεργασία με την Έφη Στρούζα και την Βίκυ Δράκου είχα στήσει βωμούς στο Πάικο και λίμνες, για να έρθει ο κόσμος εκεί. Όνειρα απατηλά...
Συνολικά όμως, για να μπορέσεις να υπάρξεις το βράδυ που πας να ποτίσεις το χωράφι κι οι σκιές γίνονται τέρατα, έχεις ανάγκη να πιστέψεις σ’ ένα Θεό. Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός ο Θεός, αλλά και προχθές, πήγα να βάλω τις κερασιές και φοβόμουν ότι θα τις πληγώσω. Αυτή η σχέση με το δέντρο μοιάζει με τη σχέση του θρησκευόμενου που φιλάει την εικόνα και πυροβατεί, ή ίσως της μαμάς μου που φιλούσε ξανά και ξανά την εικόνα. Το ίδιο ένιωθα με την κερασιά. Σε λίγο θα ξέρω πόσο έχει ψηλώσει κάθε δέντρο μέσα σε άλλα 400. Δεν ξέρω ποιος είναι ο Θεός, ο καλλιτέχνης, εν προκειμένω ο καλλιεργητής ή η ίδια η φύση. Αλλά όταν πηγαίνουν αυτά πιο κοντά, τότε δυο θεοί συναντιούνται, έστω και μικροί.

Θ.Μ. Το ηπειρωτικό έδαφος είναι διαφορετικό από το νησιωτικό;

Γ.Τ. Εγώ σε νησί έζησα όταν πήγα φαντάρος στη Λήμνο. Όλα μου τα έργα εκείνης της εποχής δεν είχαν καμιά σχέση με τα άλλα, παντού ζωγράφιζα αεροπλανάκια, θάλασσα, ψάρια. Δεν θα μπορούσα ποτέ να ζήσω σε νησί. Ποτέ. Ήταν η πιο μαρτυρική μου εποχή, δεν με πείραζε που έσκαβα ή έκανα πορείες, αλλά ένιωθα εγκλωβισμένος στον τόπο. Σκέψου βέβαια ότι εκείνη την περίοδο δεν μπορούσα να μείνω σ’ ένα μέρος. Ενώ είχα φύγει από την Φλωρεντία, κρατούσα σπίτι πιστεύοντας ότι θα επέστρεφα, κρατούσα σπίτι στην Αθήνα, εργαστήριο… Στην Ιταλία πηγαινοερχόμουν κάθε εβδομάδα. Σήμερα διαπιστώνω ότι δεν μου αρέσουν τα ταξίδια. Και απέρριψα προτάσεις για το λόγο αυτό, ενώ παλιά δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ίσως βέβαια μεγάλωσα κιόλας.

Θ.Μ. Μπορεί τώρα να αποκρυσταλλώνεται και η σχέση σου με το τόπο.

Γ. Τ. Ενδεχομένως.

Θ.Μ. Γλυπτική πρωτογενών δομών ή τέχνη φυσικών διαδικασιών;

Γ.Τ. Ο μεγάλος μου καημός είναι που δεν σπούδασα γλυπτική. Βλακωδώς δεν το έκανα μετά τη ζωγραφική και χαρακτική, παρόλο που τη χρειαζόμουν πολύ μετά. Τώρα αισθάνομαι την έλλειψη αυτή, γιατί θα με διευκόλυνε πολύ, να νιώθω πιο ασφαλής. Κουράστηκα πάρα πολύ για να επεξεργαστώ το υλικό. Να φανταστείς ότι τα δάχτυλά μου έχουν αλλάξει νύχια 3-4 φορές. Λειτουργούσα σαν τον Χότζα: καθόμουν στο κλαδί που έκοβα. Νομίζω θα είχα κερδίσει. Ίσως να ήταν κι αυτό που με έκαμε να είμαι πιο κοντά στην τέχνη των φυσικών διαδικασιών, όπως το θέτεις. Οι γλυπτικές μου παρεμβάσεις όταν κλαδεύω ένα δέντρο είναι να του δώσω το σχήμα του κυπέλλου. Και δεν είναι ότι δεν ξέρω να χειρίζομαι τα υλικά, δεν ένιωσα και ποτέ εγκλωβισμένος σ’ ετούτα. Αν ένα έργο έπρεπε να γίνει 10 μέτρα, έπρεπε να γίνει τόσο. Και είμαι καλός τεχνίτης, νιώθω υπερήφανος που μπορώ να κάνω ένα κάγκελο ευθύ σε 100 μέτρα. Βρίζω μερικές φορές τον εαυτό μου, όταν ακούω άλλους και δεν εμπιστεύομαι την κρίση μου.

Θ.Μ. Μέσα στο γενικότερο κλίμα της κρίσης και της επιστροφής στον αγροτικό κόσμο, δεν φοβάσαι μην γίνεις …της μόδας και τελικά το έργο σου προσληφθεί μέσα από παραμορφωτικούς φακούς λόγω πολιτικής και κοινωνικής επικαιρότητας;

Γ.Τ. Μα σε κάποια φάση το έργο μου έγιναν οι κομπόστες μου, το τσίπουρό μου, τα κρασιά μου, που δεν παράγω σε ποσότητες. Μέχρι να βάλω τις καψούλες και τους φελούς είχαν μείνει πολύ λίγα.
Σε γενικές γραμμές, για μένα είναι ευχάριστο που συμβαίνει, αλλά η εκμετάλλευση με ενοχλεί. Δεν πιστεύω στα οικολογικά. Για το οικολογικό που γίνεται εμπορεύσιμο προϊόν κρατάω μικρό καλάθι. Γι’ αυτούς που θα επιστρέψουν στο χωριό για να ζήσουν είναι καλό, χαίρομαι πολύ. Αρκεί να μην φορούν γάντια (γέλια).
Έχω και δυο παιδιά 18 ετών που θα ήθελα να έχουν γνώση της αγροτιάς. Όταν το κάνουν βλέπω πόσο τιτίζικα τα αντιμετωπίζουν, τη στιγμή που το ποντίκι του υπολογιστή τους το χειρίζονται πολύ πιο άνετα.

Θ.Μ. Αν όμως τα παιδιά είχαν σπουδάσει κάτι και αναγκάζονταν να επιστρέψουν στο χωριό απαξιώνοντας αυτό που είχαν κάνει;

Γ.Τ. Γύρω μου βλέπω ανθρώπους να υποφέρουν, τα παιδιά μου σπουδάζουν. Και θυμάμαι αυτό που μου έλεγε ο πατέρας μου την εποχή του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας, να κρατάμε λίγο στάρι. Τελικά διαπιστώνω ότι θα κάνουμε ουρά και για το ψωμί. Έχω την αγωνία…Και στους φοιτητές μου το λέω αυτό. Αν είστε από χωριά, μην ξεχνάτε τους τόπους σας, γυρίστε, δουλέψτε, κάντε τέχνη, σήμερα δεν χρειάζεσαι να είσαι στην Αθήνα ή στη Νέα Υόρκη για να κάνεις τέχνη. Ίσως οι ευκαιρίες είναι αλλού περισσότερες, αλλά δεν χάθηκε ο κόσμος. Η πρωτογενής καλλιέργεια είναι αυτή που μάλλον θα μας σώσει, όλα τα άλλα, τα δάνεια που θα έρθουν τα θεωρώ βλακείες. Μας τα έλεγαν και πριν δυο χρόνια, μας τα λένε και σήμερα και μετά τις εκλογές θα μας στριμώξουν ακόμη περισσότερο…
Χαίρομαι που βλέπω νέα παιδιά να επιστρέφουν στον τόπο τους, τώρα έχουν ίσως άγνοια, αλλά στην αρχή ποιος ήξερε; Θα μάθουν κι εκείνα.

Θ.Μ. Θεωρώ πάντως αξονικό στο έργο σου, ότι αυτό που κατά κάποιο τρόπο διδάσκεις ή μεταλαμπαδεύεις, τόσο μέσα από το ίδιο το έργο σου όσο και με τη διδασκαλία σου, είναι οι σχέσεις: οι σχέσεις με τον τόπο, με τη φύση, τους ανθρώπους μεταξύ τους, που φαίνεται ακόμη και στο πώς μοιράζεις το κρασί ή την κομπόστα, μέσα από τη διαδικασία μιας συλλογικότητας.

Γ.Τ. Εύχομαι να έχεις δίκιο. Άλλωστε όλα αυτά τα έργα έγιναν μέσα από συνεργασίες. Με μεγάλη διάθεση προσφοράς από πολλούς ανθρώπους, βιολόγους, καθηγητές, αγρότες, σοβατζήδες, ασπριτζήδες και άλλους, που μου δίδαξαν τεχνικές συμπεριφορές για το ξύλο, τους ζωντανούς οργανισμούς… Δεν δούλεψα κανένα έργο μόνος μου.

Θ.Μ. Νομίζω όμως ότι πρέπει να πάρεις απόσπαση: στο Τμήμα Ανθρωπολογικών Σπουδών.

Γ.Τ. Δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνα (γέλια). Πριν χρόνια, το 1988 είχα κυκλοφορήσει στη Θεσσαλονίκη μια αφίσα, να συνουσιάζομαι με μια γαλοπούλα, που δεν το κατάλαβε κανείς, ούτε το πήρε κανείς χαμπάρι. Παρατηρώ όμως το σύστημα των μέσων ενημέρωσης, πώς λειτουργούν: Τα ερωτήματα που τίθενται βρίσκονται πάντα μέσα σ’ αυτά που είχαν ήδη χιλιοειπωθεί μέσα στην τηλεόραση. Αν έβγαινε κανείς να πει για το «κτήνος» αυτό που έκανε μια τέτοια πράξη με τη γαλοπούλα, ενδεχομένως να με κρεμούσαν. Το θέμα είναι σε κάθε περίπτωση ότι η ουσία πάει περίπατο. Και σήμερα πόσο να πείσεις ως καθηγητής έναν νέο καλλιτέχνη να παραγάγει έργο που να το πιστεύει και ότι θα δικαιωθεί… Εξάλλου, ζήσαμε το να έχει σημασία πού εκθέτεις το έργο κι όχι τι εκθέτεις.

Θ.Μ. Υπάρχουν σήμερα νέοι καλλιτέχνες με εμμονές;

Γ.Τ. Πάντα υπάρχουν τέτοια παιδιά. Αλλά τώρα στεναχωριέμαι που βλέπω γκαλερί να κλείνουν, να γίνονται εκθέσεις χωρίς λόγο, τα μουσεία να υποφέρουν, οι επιμελητές αρχίζετε να σκέφτεστε λύσεις με χαμηλά κοστολόγια, παντού έχουμε εκπτώσεις. Πού είναι τα έργα που γέμιζαν τους χώρους…; Πώς να κάνεις σήμερα μεγάλα πράγματα; Οπότε βλέπεις τα παιδιά, τους λέμε ‘κάντε μεγάλα έργα’, μόλις τελειώνουν δεν ξέρουν τι να τα κάνουν. Το εργαστήριό μου στη σχολή έχει γεμίσει εγκαταλελειμμένα έργα. Κι όταν ένα παιδί μπαίνει στο ίντερνετ και διαβάζει για την αμοιβή του Μέσσι, έχει μια τηλεοπτική εικόνα των πραγμάτων.

Θ.Μ. Εσύ όμως προτείνεις έναν τρόπο απεγκλωβισμού από τέτοιες ερμηνείες. Νιώθεις πράγματι την αγωνία νέων καλλιτεχνών να αναμετρηθούν με όλο αυτό;

Γ.Τ. Πολλοί ναι, παράγουν έργο που συχνά είναι ένας πιθηκισμός, προκειμένου να φτάσουν σε μια αναγνωρισιμότητα. Πάντα συνέβαινε και από την άλλη πλευρά η μίμηση είναι θεμιτή.

Θ.Μ. Εσύ τι έχεις κερδίσει από την καθηγητική δραστηριότητα;

Γ.Τ. Να είμαι σε εγρήγορση. Τις προάλλες ακούστηκε ότι έκανα κριτική σε έναν νεαρό που μου έδειξε ένα βίντεο κινούμενων σχεδίων – ξέρω, αλλά δεν θα χρησιμοποιήσω την τρέχουσα ορολογία. Και κυκλοφόρησε ότι ο Τσακίρης έκανε παρατήρηση, γιατί δεν το καταλαβαίνει αυτό. Αυτόματα, ανθρώπινα σε τσιγκλάει κάτι και λες ‘ρε κερατά, κι εδώ θα είμαι, κι εγώ θα το προσπαθήσω, ώστε να μην με απαξιώσεις’. Αν και πιστεύω στην απομυθοποίηση: Τους λέω ότι, αν στο πρώτο εξάμηνο δεν θεωρήσουν το δάσκαλό τους βλάκα, σημαίνει ότι είναι πάρα πολύ καλός –που δεν συμβαίνει- ή οι ίδιοι είναι πολύ λίγοι.
Η φρεσκάδα τους πάντως είναι μοχλός. Αυτό είναι κίνητρο προσπάθειας για μένα, χαίρομαι να βλέπω παιδιά να δουλεύουν μέχρι αργά τη νύχτα και να πετάνε. Το κέρδος, αν είσαι ενεργός καλλιτέχνης, είναι τεράστιο. Προσπαθείς να συνομιλήσεις εικαστικά μαζί τους. Τεράστια πρόκληση και πολύ ευχάριστη.

Θ.Μ. Η έκθεση στο μουσείο είναι μεγάλης κλίμακας και είναι ουσιαστικά η πρώτη αναδρομική σου.

Γ.Τ. Ναι, τόσο που είχα ερωτήματα μετά την πρόσκλησή σου, για την οποία σε ευχαριστώ: πότε κάνουν οι καλλιτέχνες αναδρομική; Στα 50 τους; Όταν πεθάνουν; Κάνουν στα 56 ή μήπως στα 70; Πρέπει να πω ότι για πρώτη φορά με πιάνει ένα ιδιαίτερο άγχος, ακόμη και με τη σωματική μου ρώμη, αν θα μπορώ με την ίδια ευκολία να σηκώνω έργα από το εργαστήριό μου, καθώς αυτά συνήθιζα να τα κάνω μόνος μου… Άρχισα, λοιπόν, μονόζυγο, βάρη, κάμψεις…
read more " ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ -ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ -Εγκαίνια : Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012, 21:15 "
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΟΤΕΡΑ »

ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ Δ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΦΥΛΑΚΩΝ ΔΙΑΒΑΤΩΝ



ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ Δ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΦΥΛΑΚΩΝ ΔΙΑΒΑΤΩΝ

Ευχαριστήρια επιστολή για την πραγματοποίηση συναυλίας της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Δήμου Θεσσαλονίκης στο 3ο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας στις Φυλακές Διαβατών, στις 25 Μαΐου απεύθυνε προς τον Αντιδήμαρχο Πολιτισμού και Τουρισμού η Διευθύντρια του ΣΔΕ Φιλιώ Μαρινοπούλου.

«Δώσατε στους μαθητές μας την ευκαιρία να χαρούν και να απολαύσουν μουσική που δεν περνάει εύκολα τα «τείχη». Ακόμα να νοιώσουν πως η κοινωνία δεν τους ξεχνάει και τους δίνει τη δυνατότητα για ίσες εκπαιδευτικές και πολιτιστικές ευκαιρίες με τους υπόλοιπους μαθητές. Η συναυλία είχε απόλυτη επιτυχία τόσο στον ψυχαγωγικό όσο και στον εκπαιδευτικό της στόχο. Σ’ αυτό συνέβαλε και το φιλικό, οικείο κλίμα που δημιούργησαν τα μέλη της Φιλαρμονικής με επικεφαλής τον μαέστρο τους και η άμεση επικοινωνιακή διάθεση που έδειξαν όλοι.
Από την αυλή του σχολείου μας ακούστηκε η μουσική στο μεγαλύτερο μέρος της φυλακής. Κι από τα κελιά μια φωνή ζήτησε κι ένα τελευταίο για τους «αόρατους» ακροατές. Ο μαέστρος και οι μουσικοί ανταποκρίθηκαν άμεσα, καταχειροκροτούμενοι.
Μαζί με τις θερμές μας ευχαριστίες, καταθέτουμε τα συγχαρητήρια μας για τη δράση που φέτος αναπτύξατε, για την εξαιρετική Ορχήστρα που διαθέτει ο Δήμος, καθώς και την ευχή-επιθυμία μας να σας έχουμε και στο μέλλον στο σχολείο μας», αναφέρεται μεταξύ άλλων στην επιστολή.

Με τη συναυλία στο 3ο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας των φυλακών Διαβατών ολοκληρώθηκε ο κύκλος συναυλιών της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Δήμου Θεσσαλονίκης σε δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια της πόλης. Το πρόγραμμα περιελάμβανε συνολικά 24 συναυλίες και ξεκίνησε στις 2 Απριλίου.

read more " ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ Δ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΦΥΛΑΚΩΝ ΔΙΑΒΑΤΩΝ "
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΟΤΕΡΑ »

*** MARAVEYAS ILEGAL LIVE *** ΔΕΥΤΕΡΑ 25 ΙΟΥΝΙΟΥ 2012



*** MARAVEYAS ILEGAL LIVE ***
ΔΕΥΤΕΡΑ 25 ΙΟΥΝΙΟΥ 2012



«ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ» ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
Οι πόρτες θα ανοίξουν στις 20.30




Ο Κωστής Μαραβέγιας πρωταγωνιστεί και φέτος σε μια μεγάλη γιορτή στην καρδιά της Αθήνας.

Την Δευτέρα 25 Ιουνίου, ο Maraveyas Ilegal προσκαλεί το αθηναϊκό κοινό να χορέψει και να τραγουδήσει παρέα με τη νέα του πολυμελή μπάντα και με τον καινούργιο του δίσκο «Λόλα» στις αποσκευές του. Ένα καλοκαιρινό (υπερ)θέαμα με καλεσμένους από τη γειτονιά αυτής της πόλης, ερωτικά εμβατήρια, επαναστατικά τζαμαρίσματα, παρέλαση εξαίσιων μουσικών οργάνων και, φυσικά, πολύχρωμα πουκάμισα.

Πολλοί special guests θα βοηθήσουν να διαδοθεί το αισιόδοξο μήνυμα του Maraveyas Ilegal, ο οποίος επιστρέφει στην Τεχνόπολις ένα χρόνο μετά τo sold out live του εκεί και μετά από έναν πετυχημένο συναυλιακό χειμώνα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις της Ελλάδας. Αεικίνητος, δημιουργικός, εμπνευσμένος (μαζί με το δίσκο «Λόλα» κυκλοφόρησε και το πρώτο του βιβλίο που συνοδεύει το άλμπουμ) και πάντα κεφάτος, ο Κωστής Μαραβέγιας υπόσχεται μια αξέχαστη βραδιά με ασταμάτητο ρυθμό και την ενέργεια που χαρακτηρίζει κάθε εμφάνισή του και τον έχει αναγάγει σε έναν από τους κορυφαίους και πιο εμπορικούς σύγχρονους τραγουδοποιούς της χώρας, έχοντας δημιουργήσει ένα δικό του μουσικό ρεύμα.


Η ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΘΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 11 ΙΟΥΝΙΟΥ

Τα πρώτα 500 εισιτήρια κοστίζουν 10 ευρώ. Μετά την εξάντλησή των 500 πρώτων, η προπώληση θα συνεχιστεί στα 12 ευρώ, τιμή που θα ισχύει και στο ταμείο την ημέρα της συναυλίας.

Σημεία προπώλησης: Public - Τεχνόπολις - www.viva.gr
read more " *** MARAVEYAS ILEGAL LIVE *** ΔΕΥΤΕΡΑ 25 ΙΟΥΝΙΟΥ 2012 "
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΟΤΕΡΑ »